ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Ρόμπερτ Κέιγκαν στην «Κ»: Η αναβάθμιση των σχέσεων Ελλάδας – ΗΠΑ θα συνεχιστεί

o-rompert-keigkan-stin-k-i-anavathmisi-ton-scheseon-elladas-ipa-tha-synechistei-561334693

Τα όρια της προσέγγισης του μαστιγίου απέναντι στην Αγκυρα περιγράφει σε αποκλειστική του συνέντευξη στην «Κ» ο Ρόμπερτ Κέιγκαν. Είναι μία από τις πιο διαυγείς νεοσυντηρητικές φωνές στην Ουάσιγκτον, senior fellow στο ινστιτούτο Brookings, μέλος του Council on Foreign Relations και σύζυγος της Βικτόρια Νούλαντ, την οποία έχει επιλέξει ο Τζο Μπάιντεν ως υφυπουργό Εξωτερικών για Πολιτικές Υποθέσεις. Στη συνομιλία που είχαμε μέσω Zoom ενόψει της συμμετοχής του στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών τον ερχόμενο μήνα, εξηγεί επίσης γιατί διανύουμε μία «επικίνδυνη περίοδο» στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας, αλλά και γιατί –παρά την ανθεκτικότητα της επιρροής του Ντόναλντ Τραμπ– προσδοκά ότι επί ημερών Μπάιντεν η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ θα επιστρέψει στην κανονικότητα.

Ο κ. Κέιγκαν εξηγεί ως εξής το δίλημμα της Ουάσιγκτον –και της Δύσης γενικότερα– σχετικά με τη διαχείριση της Τουρκίας: «Στη Μέση Ανατολή σήμερα εξελίσσεται μία κατάσταση που θυμίζει πολύ το Μεγάλο Παιχνίδι (Great Game) του 19ου αιώνα: Η Ρωσία αναμειγνύεται ενεργά στη Λιβύη και στη Συρία, η Τουρκία δρα ανεξάρτητα από το ΝΑΤΟ, η Κίνα έχει μία κάποια επιρροή, το Ιράν έχει τις δικές του φιλοδοξίες, οι σουνιτικές χώρες του Περσικού αντιτάσσονται σε αυτές τις φιλοδοξίες, υπάρχει το Ισραήλ… Αυτό σημαίνει ότι πολλοί δυνητικοί εταίροι είναι προβληματικοί. Αν οι ΗΠΑ θέλουν να εμπλακούν και να έχουν επιρροή στην περιοχή, όπως μοιάζει να επιθυμεί η διοίκηση Μπάιντεν, πρέπει να επιλέξουν κάποιον από αυτούς. Αυτό, δεδομένης της συγκρουσιακής σχέσης με τη Ρωσία και το Ιράν, σημαίνει ότι υπάρχουν όρια στο πόσο σκληρή στάση θα υιοθετήσει ο Μπάιντεν απέναντι στην Τουρκία».

Αλλωστε, σημειώνει, «παρότι αναμφίβολα μέρος της ζημιάς στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις οφείλεται στον Ερντογάν, εν μέρει ευθύνονται και οι ΗΠΑ. Θα μπορούσαμε να είχαμε συνεργαστεί μαζί τους στη Συρία με έναν τρόπο που θα δημιουργούσε πολύ λιγότερα προβλήματα στην Τουρκία και δεν το κάναμε. Αυτό ώθησε τον Ερντογάν να διαφυλάξει τα συμφέροντα της Τουρκίας όπως αυτός τα αντιλαμβάνεται. Το ιδεώδες θα ήταν να εμπλακούμε εκ νέου στην περιοχή και να βοηθήσουμε την Τουρκία να λύσει κάποια από τα προβλήματά της τα οποία επιδεινώσαμε, ώστε η σχέση να γίνει ξανά εποικοδομητική. Αλλά τα εμπόδια σε αυτό είναι τεράστια – και η σχέση μπορεί να γίνει ακόμα χειρότερη».

Μία παράπλευρη συνέπεια των εντάσεων στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Αγκυρα είναι η στρατηγική αναβάθμιση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Θεωρεί ότι η τάση σύσφιγξης των διμερών σχέσεων θα συνεχιστεί; Ποια είναι η επικρατούσα άποψη για την Ελλάδα στην Ουάσιγκτον; «Πιστεύω ότι θα συνεχιστεί η αναβάθμιση αυτή – και δεν θα επηρεαστεί αρνητικά από μία τυχόν εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία. Σχετικά με την άποψη για την Ελλάδα, υπάρχουν θετικά και αρνητικά σημεία. Στα θετικά συγκαταλέγεται η ανθεκτικότητα που επέδειξε η χώρα απέναντι στη μεγάλη κρίση που πέρασε, το γεγονός ότι δεν κατέρρευσε. Από την άλλη, πολλοί θεωρούν ότι η Ελλάδα είναι από τις ευρωπαϊκές χώρες που είναι υπερβολικά φιλικές προς τη Ρωσία».

Ο νέος Ψυχρός Πόλεμος

Η κορυφαία πρόκληση για τη νέα διοίκηση είναι η Κίνα. «Οι Κινέζοι κινούνται εδώ και καιρό προς ένα πιο επιθετικό μονοπάτι», λέει ο κ. Κέιγκαν. «Δεν ήταν σίγουροι πώς να αντιμετωπίσουν τον Τραμπ – όπως άλλωστε και ο υπόλοιπος κόσμος. Ηταν η ενσάρκωση της “θεωρίας του παράφρονα” του Νίξον – κανείς δεν ήξερε τι θα κάνει. Η δολοφονία του (Ιρανού στρατηγού) Σουλεϊμάνι εικάζω ότι είχε μία επίδραση σε όλους τους αντιπάλους των ΗΠΑ, οι οποίοι είχαν συνηθίσει ότι δεν κάνουμε τέτοιες κινήσεις».

Ο συσσωρευμένος εκνευρισμός από την προεδρία Τραμπ, εξηγεί ο Αμερικανός αναλυτής, ενισχύει τη φυσική ροπή του Πεκίνου να δοκιμάσει τον Μπάιντεν. «Η νέα διοίκηση το γνωρίζει αυτό, γι’ αυτό και έχουν μπει δυνατά στο παιχνίδι, τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο, ενώ δεν έχουν καταργήσει κάποια από τις πολιτικές του Τραμπ) κατά της Κίνας)».

Η πιο πιθανή εστία ανάφλεξης των διμερών σχέσεων, για τον κ. Κέιγκαν, είναι η Ταϊβάν. «Για τον Σι Τζινπίνγκ, (η ένωση με την ηπειρωτική Κίνα) είναι θέμα υστεροφημίας – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα δράσει. Δεν θα με εξέπληττε πάντως αν οι Κινέζοι προκαλέσουν τις ΗΠΑ για να δουν πόσο πρόθυμες είναι να αντιδράσουν δυναμικά. Ισως εκτιμήσουν ότι, λόγω της πανδημίας και των εσωτερικών μας προβλημάτων, δεν θα το κάνουμε».

«Βρισκόμαστε σε μία επικίνδυνη περίοδο με την Κίνα, γιατί είναι πολύ εύκολο να γίνουν λάθος υπολογισμοί», τονίζει. «Αυτό συνέβη σε πολλούς ξένους ηγέτες κατά τον 20ό αιώνα: υπολόγισαν ότι οι ΗΠΑ δεν θα αντιδράσουν στις επιθετικές τους κινήσεις και αποδείχθηκε ότι έσφαλαν. Είμαστε πολύ καλοί στο να στήνουμε αυτή την παγίδα, κυρίως γιατί συχνά θεωρούμε ότι όντως δεν θα αντιδράσουμε. Ενα ακόμα σφάλμα που κάνουν ξένες κυβερνήσεις είναι ότι υποτιμούν το μέγεθος της αναξιοποίητης ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή τη στιγμή δεν βρισκόμαστε σε συνθήκες πολέμου στις ΗΠΑ – ούτε καν σε συνθήκες Ψυχρού Πολέμου. Κινούμαστε, σε σχέση με την Κίνα, στην κατεύθυνση ενός Ψυχρού Πολέμου. Είναι εύκολο να υποτιμηθούν οι πόροι που μπορεί η χώρα να κινητοποιήσει σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αν ο αμερικανικός λαός ανησυχεί πραγματικά για μία απειλή».

Ο κ. Κέιγκαν απορρίπτει την άποψη ότι η πανδημία αποτελεί ένα ακόμα κεφάλαιο στην ιστορία της ανόδου της Κίνας και της συγκριτικής παρακμής της Δύσης. «Η αμερικανική οικονομία ανακάμπτει σθεναρά και ο παγκόσμιος αντίκτυπος αυτής της ανάκαμψης θα είναι πιο ισχυρός από τις επιπτώσεις των επιδόσεων της Κίνας», σημειώνει. «Βλέπουμε να επαναλαμβάνεται εδώ ένα άλλο ιστορικό μοτίβο. Οι ΗΠΑ συχνά βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή διεθνών καταστροφών, αλλά στη συνέχεια είναι οι πρώτες που εξέρχονται από την κρίση – και εξέρχονται ενισχυμένες σε σχέση με άλλες χώρες. Κοιτώντας πίσω σε αυτό το επεισόδιο μελλοντικά, θα το βλέπουμε ως μία συγκυρία αναζωογόνησης της αμερικανικής ισχύος».

Ο φημισμένος αναλυτής του Brookings ανησυχεί λιγότερο για την πρώην μεγάλη μεταπολεμική αντίπαλο των ΗΠΑ. «Η Ρωσία έχει κάθε λόγο αυτή τη στιγμή να ασκεί πίεση στους αδύναμους κρίκους της διατλαντικής συμμαχίας. Η Γερμανία είναι σε μία άστατη κατάσταση, η Βρετανία είναι ουσιαστικά εκτός παιχνιδιού και η Γαλλία μοιάζει κάπως χαμένη, με τον Μακρόν να προσπαθεί να αναβιώσει την γκωλική στρατηγική του ενδιάμεσου μεταξύ των υπερδυνάμεων. Αλλά θα ήταν ανόητο εκ μέρους του Πούτιν να οδηγήσει τα πράγματα στα άκρα. Αν έκανε στρατιωτική επίθεση π.χ. στην Εσθονία, μπορεί βραχυπρόθεσμα να επικρατούσε, αλλά οι συνέπειες για τη Ρωσία θα ήταν καταστροφικές».

Το φάσμα του Τραμπ

Ο κ. Κέιγκαν αποχώρησε από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα τον Φεβρουάριο του 2016 και στήριξε τη Χίλαρι Κλίντον για την προεδρία. Τον εκπλήσσει η σχετική άνεση με την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ οικειοποιήθηκε το κόμμα, παρότι ο τραμπισμός εναντιώνεται σε βασικές αρχές του μεταπολεμικού ρεπουμπλικανισμού;
«Οι ψηφοφόροι του Τραμπ δεν τον στηρίζουν βάσει κάποιων ιδεολογικών πεποιθήσεων, ή επειδή έχει βελτιώσει την οικονομική τους κατάσταση ή τα προβλήματα στο μεταναστευτικό. Στέκονται στο πλευρό του γι’ αυτό που εκπροσωπεί – το υψωμένο μεσαίο δάχτυλο προς τους προοδευτικούς Δημοκρατικούς, προς τις ελίτ, κ.ο.κ. Οι Ρεπουμπλικανοί που δεν συμμερίζονται την οπτική του Τραμπ γνωρίζουν ότι δεν θα ανακτήσουν στο προσεχές μέλλον τον έλεγχο του κόμματος – και γι’ αυτό απλά παραιτούνται».

Ο κ. Κέιγκαν είναι πάντως αισιόδοξος ότι αυτή η μετάλλαξη των Ρεπουμπλικανών και η ακραία πόλωση που χαρακτηρίζει το αμερικανικό πολιτικό σκηνικό δεν θα υπονομεύσουν τη δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής. «Τυχαίνει οι Ρεπουμπλικανοί, ακόμα και οι ψηφοφόροι του Τραμπ, να εστιάζουν σχεδόν αποκλειστικά στην Κίνα και στο Ιράν (με την εξαίρεση των Ευαγγελιστών και την περίεργη εμμονή τους στη στήριξη του Ισραήλ). Η διοίκηση Μπάιντεν είναι σαφές ότι θέλει να διασφαλίσει ότι η στάση της απέναντι στην Κίνα θα είναι τουλάχιστον εξίσου επιθετική όσο αυτή των Ρεπουμπλικανών. Αρα μοιάζει να έχει αποκατασταθεί το status quo στην εξωτερική πολιτική: οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να αποδείξουν ότι είναι αρκετά σκληροί και οι Ρεπουμπλικανοί προσπαθούν να αποδείξουν το αντίθετο».

Το Ιράκ

Ο Κέιγκαν ήταν από τους πιο σημαντικούς υποστηρικτές, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και το Project for a New American Century, της εισβολής στο Ιράκ. Σχεδόν 20 χρόνια μετά, εξακολουθεί να θεωρεί ότι η εισβολή ήταν μία καλή ιδέα που υλοποιήθηκε πολύ άσχημα, ή ότι ήταν ένα μείζον στρατηγικό ατόπημα; «Μάλλον το πρώτο – ήταν μια αποτυχία υλοποίησης κλασικού αμερικανικού τύπου, που οφείλεται στη σπουδή αποχώρησης σχεδόν από τη στιγμή που φτάσαμε εκεί. Θεωρώ ότι έχουμε αντιδράσει υπερβολικά σε αυτό το σφάλμα, έχει οικοδομηθεί ολόκληρη η εξωτερική μας πολιτική με γνώμονα την αποφυγή της επανάληψής του. Το ίδιο έγινε και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο».