ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Αριστερά σε ρόλο πολιτευτή – κουμπάρου

i-aristera-se-rolo-politeyti-koymparoy-2019297

Ο άνθρωπος  που έχουμε απέναντί μας συμπλήρωσε 90 χρόνια ζωής. Κι όμως, ο κριτικός λογοτεχνίας Δημήτρης Ραυτόπουλος εξακολουθεί να είναι παρών, μαχητικός και να μη μασάει τα λόγια του. Η Επιτροπή Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων του απένειμε φέτος, ομόφωνα, το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας, για το σύνολο του έργου του, και σήμερα μας μιλάει για την πορεία, τη διαδρομή και τα χαρακτηριστικά τόσο της λογοτεχνίας όσο και της πολιτικής μας ζωής.

– Εχοντας ως σημείο αφετηρίας την πρόσφατη μελέτη σας για τη λογοτεχνία και τον Εμφύλιο, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο Εμφύλιος ήταν μια περίοδος που βιώσατε, σήμερα τι σημαίνει για σας η συγκεκριμένη έννοια. Πώς και πόσο σας βαραίνει;

– Το γεγονός με «βαραίνει», όπως το είπατε. Αν ξαναγύριζε ο χρόνος, θα συμμετείχα πάλι στην Αντίσταση, αλλά όχι στα Δεκεμβριανά και στον Εμφύλιο γενικά. Τώρα, για το τι σημαίνει η έννοια «εμφύλιος» θα χρειαζόταν να πούμε πολλά. Η δική μου αντίληψη είναι μέσα στην κριτική μου για τη λογοτεχνία του Εμφυλίου. Και στη λογοτεχνία βρίσκεται, πιστεύω, η βαθύτερη αλήθεια γι’ αυτό το ιστορικό φαινόμενο: είναι μια ανθρωπολογική καταστροφή, άρνηση του πολιτισμού, υποχώρηση του Λόγου, εθνοαυτοκτονία. Στις δευτερογενείς συνέπειες του δικού μας Εμφυλίου είναι και η επικράτηση του κοινωνικού αμοραλισμού, του σαλταδορισμού, της διαφθοράς.

Ενδεια πολιτικής

– Σήμερα η ελληνική κοινωνία έχει πολωθεί και διχαστεί, μιλώντας με εμφυλιοπολεμικούς όρους και κάνοντας λόγο για Γουδί, κρεμάλες κ.λπ. Είναι ένα πισωγύρισμα ή απλώς τα είχαμε κουκουλώσει και τώρα βγαίνουν τόσο εύκολα στην επιφάνεια ― έστω και με άλλο πρόσημο (μνημόνιο/αντιμνημόνιο);

– Πόλωση, γενικά, είναι η υποχώρηση του δημοκρατικού διαλόγου, η οξύτητα, η ενίσχυση των άκρων. Και διευκολύνεται -ή οφείλεται μάλλον- στην αδυναμία του μεσαίου χώρου να εκφραστεί πολιτικά. Στην αντιπαράθεση που παρακολουθούμε σχεδόν μόνιμα, η πόλωση είναι, κατά μεγάλο μέρος, τεχνητή, επειδή υπάρχει ένδεια προγραμμάτων και επιχειρημάτων. Είναι επίσης συνέπεια του ελλείμματος πολιτικής κουλτούρας, ενός πολιτικού συστήματος που ενίσχυε τον μονοκομματισμό, τον αυταρχισμό, το μαύρο-άσπρο. Το εμφυλιοπολεμικό μας παρελθόν, η παράδοση πραξικοπημάτων και δικτατοριών και οι ριζοσπαστισμοί που ευνοούνται από τέτοιες καταστάσεις, ο φανατισμός και τα πάθη είναι μια πολιτική νοσηρότητα που φθείρει τη Δημοκρατία.

– Το γεγονός ότι η ριζοσπαστική Αριστερά είναι αξιωματική αντιπολίτευση και ίσως κυβερνήσει το θεωρείτε δικαίωση ή, αντιθέτως, στον ΣΥΡΙΖΑ δεν αναγνωρίζετε τη δικαίωση που θα περίμενε κανείς;

– Σας είπα ήδη ότι θα στρατευόμουν πάλι στην Εθνική Αντίσταση, όχι όμως στην εμφύλια συνέχεια. Δυστυχώς, η σημερινή Αριστερά δεν κάνει την ίδια επιλογή, τουλάχιστον δεν το κάνει καθαρά. Οι δυσοίωνες κραυγές (Διαμαντόπουλων, Παναγούληδων κ.ά.), η διαπασών τόνου, η καταγγελτική μονοτονία, τα μισόλογα για την τρομοκρατία και την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, για την ανομία (καταλήψεις, «Δεν πληρώνω» κ.λπ.), τα καιροσκοπικά φλερτ με τους ψεκασμένους υπερέλληνες και άλλα διάφορα συμπτώματα, δείχνουν να μην έχει αρκετά διδαχθεί αυτή η πολιτική από το παρελθόν της, από την ιστορία μας. Το γεγονός ότι ένα κόμμα της Αριστεράς είναι αξιωματική αντιπολίτευση σήμερα είναι κατ’ αρχήν θετικό. Και θα ήταν καθοριστικό για τις εξελίξεις σε μιαν άλλη συγκυρία, ομαλότερη: αν δηλαδή δεν ήταν αποτέλεσμα λαϊκής οργής, αυτόματης αντίδρασης, έκφραση διαμαρτυρίας. Σήμερα είναι θετικό ως επαλήθευση της Δημοκρατίας ― αυτής της επικατάρατης «αστικής» δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού. Πώς αξιοποιεί αυτόν τον θεσμικό ρόλο η κοινοβουλευτική Αριστερά; Δυστυχώς επέλεξε να ποντάρει στην αποτυχία της οικονομίας, στην ανατροπή, στην ακραία σύγκρουση. Μόνιμη σύγκρουση επί παντός, ακόμα και εκεί όπου το λαϊκό συμφέρον υπαγορεύει συγκατάθεση, σύνθεση. «Μεταρρύθμιση», η λέξη προκαλεί αλλεργία στους παλαιοημερολογίτες της επανάστασης και του κρατισμού. Γενική άρνηση λοιπόν και καταγγελία των πάντων: ενάντια στη διοικητική αναδιάρθρωση, στον περιορισμό της γραφειοκρατίας και των προνομίων, του κρατισμού που τρέφει τη διαφθορά και πνίγει την οικονομία και την κοινωνία. Καμιά αλλαγή στην εκπαίδευση, στη δημόσια υγεία, στα «κεκτημένα» έστω και κακώς. Αλλά δεν μπορείς να είσαι Αριστερά και να μην ψηφίζεις φθηνότερο ψωμί, φάρμακο, γάλα ― με προσχήματα, βέβαια, αλλά διάτρητα. Δεν μπορείς να είσαι προοδευτικός και εχθρός κάθε αξιολόγησης.

Πελατειακές σχέσεις

– Ποια είναι η σχέση της σημερινής Αριστεράς, που στο μεγαλύτερο μέρος της εκφράζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, με την παλαιά του ενιαίου ΚΚΕ, της ΕΔΑ, της διάσπασης του ΚΚΕ;

– Αλλη μια φορά, μια Αριστερά -ως αξιωματική αντιπολίτευση (η πρώτη ήταν η ΕΔΑ του 1956)- σπαταλάει τον ρόλο της και τις ευκαιρίες της σε ανεδαφικές πολιτικές, οξύτητες και καιροσκοπία. Ο απίστευτος λαϊκισμός, η δημοκοπία είναι η άλλη πλευρά της έλλειψης πειστικής πρότασης, προγράμματος, οράματος για το μέλλον. Οι πελατειακές σχέσεις, μεγάλη αρρώστια του πολιτικού συστήματος, διέπουν αυτή τη λογική της κυριαρχίας. Εκεί που αδυνατούν να συντηρήσουν αυτή τη νοσηρότητα τα κόμματα που κυβερνούν -γι’ αυτό αποδυναμώθηκαν, δυστυχώς- έρχεται η Αριστερά και παίρνει τον ρόλο του πολιτευτή-κουμπάρου. Ναι σε όλες τις διεκδικήσεις, στα προνόμια, στην ασυδοσία, στα πάρτι και στα φαγοπότια της αστακομακαρονάδας.

– Τι στίγμα άφησε στη λογοτεχνία ο Εμφύλιος;

– Γενικά, θα έλεγα, εκείνο που άφησε στη λογοτεχνία ο Εμφύλιος είναι η ρήξη της συνοχής, το τραύμα που δεν επουλώνεται ούτε στη δεύτερη γενιά! Και, φυσικά, είναι η κρίση στις ανθρώπινες σχέσεις, στη συλλογικότητα, στις ιδέες. Μένει αναπάντητο το μεγάλο Γιατί (ίσως και εξαιτίας των τόσων απαντήσεων!). Το άσκοπο. Η κακότητα. Το θηρίο που βγαίνει τόσο εύκολα από το ανθρωπάκι αλλά και από το Ανθρωπάκι της εξουσίας (βλέπε «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Τσίρκα).

– Θα θέλαμε να ξεχωρίσετε μερικά μυθιστορήματα με θέμα τον Εμφύλιο, έμμεσα ή άμεσα, τα οποία θεωρείτε ως τα πιο αντιπροσωπευτικά ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα.

– Μια επιλογή θα μπορούσε να είναι: οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα, «Το Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου, «Η κάθοδος των εννιά» και η «Ορθοκωστά» του Θανάση Βαλτινού, «Η καγκελόπορτα» του Ανδρέα Φραγκιά και «Ο Λοιμός» του ίδιου.

– Κι επειδή είστε μάχιμος κριτικός, ποια είναι η τάση της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας;

– Αν υπάρχει μια ευδιάκριτη τάση, αυτή είναι ο διεθνισμός (για να μην πω την καταραμένη λέξη «παγκοσμιοποίηση»), ο κοσμοπολιτισμός που έλεγαν άλλοτε, κατά κανόνα με αρνητικό πρόσημο, ως δηλωτικό φυγής, προδοσίας… Ισως όμως θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για Εξοδο γενικότερη, γεωγραφική αλλά και χρονική. Εξοδο από το παρόν, είτε προς το παρελθόν, την Ιστορία. Εξοδο από την εθνική ομφαλοσκοπία, από την ιδεολογία, προς τις επιστήμες του ανθρώπου. Γενικά, από το «χωριό μου, χωριουδάκι μου» στο «παγκόσμιο χωριό». Θα έλεγα ότι η ελληνική αφηγηματική λογοτεχνία -όπως έχει κάνει η ποίηση πολύ νωρίτερα- προσχωρεί στην πνευματική Ευρωζώνη και στην παγκοσμιότητα.

Κεντροαριστερά και Κεντροδεξιά

– Οι όροι Κεντροαριστερά και Κεντροδεξιά τι σημαίνουν για σας;

– Κεντροαριστερά, για μένα, σημαίνει δύναμη σταθερότητας, προοδευτική χωρίς ριζοσπαστισμό και με κάποια επιφύλαξη στην κρατικίστικη κλίση του αριστερού της συνθετικού. Που να αποβλέπει στη μεταρρύθμιση χωρίς ρήγματα και κατάφωρες αδικίες, προσανατολισμένη προς μια κοινωνία πιο ανοιχτή, πιο δίκαιη, με περιορισμένο κρατικό παρεμβατισμό -επαναλαμβάνω- για ισορροπημένη ανάπτυξη, με περιβαλλοντική ευαισθησία, με διεύρυνση της Δημοκρατίας, θεσμική, ηθική, πολιτισμική. Και Κεντροδεξιά, για μένα, σημαίνει περίπου το ίδιο, με φιλελεύθερο ― αλλά όχι «νεοφιλελεύθερο» προσανατολισμό. Και με σαφή διάκριση από την Ακροδεξιά, χωρίς καιροσκοπικές υποχωρήσεις, κόλπα, μπαλτακισμούς…

Η πορεία του

Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1924. Παρακολούθησε μαθήματα στην Ecole Pratique des Hautes Etudes στο Παρίσι και από τα εφηβικά του χρόνια εντάχθηκε στην ελληνική Αριστερά και πήρε μέρος στην Αντίσταση. Μαζί με τον Κώστα Κουλουφάκο και τον Τίτο Πατρίκιο σχημάτισε τη συντακτική επιτροπή της «Επιθεώρησης Τέχνης», ενός από τα πιο σημαντικά πολιτιστικά περιοδικά της χώρας. Από τότε άρχισε να συγκρούεται με τη δογματική ηγεσία της Αριστεράς και του ΚΚΕ. Στη δικτατορία διέφυγε στη Γαλλία και βιοπορίστηκε ως συντάκτης του Λεξικού Robert. Επιστρέφοντας με τη Μεταπολίτευση στην Ελλάδα, διηύθυνε το περιοδικό «Ηριδανός» που έκανε αφιερώματα και ανοίγματα σε νέες τάσεις της λογοτεχνίας και αρθρογραφούσε σε αθηναϊκές εφημερίδες. Το 1997 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Κριτικής – Δοκιμίου για το βιβλίο του «Αρης Αλεξάνδρου: ο εξόριστος», έναν άνθρωπο με τον οποίο συνδέθηκε με βαθιά φιλία στα χρόνια του Παρισιού. Το 2008 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ και το 2009 η Εταιρεία Συγγραφέων (της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος) του απένειμε το βραβείο «Διδώ Σωτηρίου» για το σύνολο του έργου του. Το τελευταίο βιβλίο του, με τίτλο «Εμφύλιος και λογοτεχνία», κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις «Πατάκης».