ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Α. Μήτσου: «Λογοτεχνία είναι το μη χρήσιμο»

mitsou1

Μια Πόντια εξόριστη στο Καζαχστάν με το όνομα «Αλεξάνδρα» έρχεται στην Ελλάδα, έχοντας νιώσει τη φτώχεια και τη βία. Αποφασισμένη να βγάλει λεφτά, η εκπάγλου καλλονής νεαρή γυναίκα παραδίδει μαθήματα αγγλικών σε παιδιά. Εκεί θα γνωριστεί με τον δεκαπεντάχρονο Πέτρο και ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί μια σχέση έρωτα και μίσους με επίκεντρο έναν πίνακα του Κοντσαλόφσκι. Ο Ανδρέας Μήτσου, στο νέο του μυθιστόρημα «Αλεξάνδρα», για ακόμα μια φορά εκκινεί από ένα παλιό προσωπικό του βίωμα για να χτίσει μια νέα ιστορία, μια ιστορία που πραγματεύεται τη σχέση των ανθρώπων, τη δυνατότητα και την αδυναμία τους να συναντηθούν.

– Είναι υπαρκτό πρόσωπο η Αλεξάνδρα; Η ιστορία;

– Η Αλεξάνδρα είναι υπαρκτό πρόσωπο της δικής μου νεότητας. Ολα τα βιβλία μου ξεκινούν από πραγματικά γεγονότα. Θεωρώ όμως ότι μετά έρχεται η ιστορία όταν περνάει στο χαρτί για να πείσει ή όχι. Για μένα ό,τι πείθει είναι πραγματικό.

– Γιατί η Αλεξάνδρα μισεί τους άνδρες; Γιατί νιώθει καλύτερα όταν έρχεται σε επαφή με μια γυναίκα και όχι με τον νεαρό; Μιλάτε για τη γυναικεία ομοφυλοφιλία.

– Για μένα η ομοφυλοφιλία έρχεται ως συνάντηση με τη μοναδικότητα του άλλου. Δεν έρχεται ως κάτι κλισέ. Δεν έχει να κάνει εάν είναι άνδρας ή γυναίκα, το ζήτημα είναι ότι ο νεαρός αποτυγχάνει να ερωτευτεί στην ολότητά της την Αλεξάνδρα, κάτι που το κατορθώνει μια γυναίκα, και την κερδίζει. Και ενώ η ηρωίδα μου ήθελε να ζήσει με πληρότητα με έναν άνδρα, ζούσε όμως σε μια ανδροκρατική κοινωνία, μια κοινωνία αποσπασματική. Οι γυναίκες, εάν δεν έχουν αλλοτριωθεί από την αντρική ματιά του συστήματος, είναι πιο ολιστικές. Μπαίνουν σε μεγαλύτερα βάθη.

– Είστε αυστηρός με τον ήρωά σας; Με τους άνδρες γενικά…

– Ο συγγραφέας γράφει ως Αλεξάνδρα. Και ο στόχος μου είναι να κατορθώσω να βιώσω αυτό που είναι εκείνη. Να χαθεί η δική μου ταυτότητα. Και αισθάνθηκα μέσα από τα μάτια της ότι ο ήρωας ήταν ανίκανος να μπει στην πραγματικότητα. Να τη δει ως ολότητα και να τη βιώσει εκ των ένδον. Ηταν ανίκανος να σχετιστεί. Οπως δυσκολεύονται όλοι οι άνδρες.

– Στο βιβλίο σας θίγονται δύο ζητήματα: Πόσο καταπραϋντική είναι η βαθιά σχέση μιας γυναίκας με μια άλλη γυναίκα, που παραπέμπει και στη μητρική σχέση, και στο πόσο δύσκολο είναι να σχετιστούν απόλυτα τα δύο φύλα.

– Δεν γνωρίζω να μιλήσω βιωματικά για την πρώτη παρατήρηση. Δεν έχω βιώσει τέτοια σχέση, δεν ξέρω τι διεργασίες γίνονται, απλώς έχω δει ερωτευμένες γυναίκες και με συγκλόνισε το βάθος της ποιότητας της σχέσης, που δεν υπάρχει μεταξύ άνδρα και γυναίκας. Πιστεύω στον ρομαντικό έρωτα μεταξύ μιας γυναίκας και ενός άνδρα και επιθυμώ τη βαθιά επαφή, παρ’ όλα αυτά είναι δύσκολο. Δεν κηρύσσω κανένα κήρυγμα υπέρ των ομοφυλόφιλων γυναικών, απλώς κάθε φορά που βλέπω τη βαθιά σχέση δύο γυναικών, νιώθω δέος απέναντί τους.

– Αν μείνουμε στην ομοφυλοφιλία, θα χάσουμε το ανθρώπινο. Μιλάτε για μια ανθρώπινη σχέση. Γιατί τα δύο φύλα δυσκολεύονται να φτάσουν σε αυτή την ένωση;

– Γιατί φοβούνται ότι θα καταργηθούν. Το σμίξιμο των κορμιών είναι ένα σβήσιμο του εγώ αλλά το εγώ είναι δύσκολο να φύγει. Ενώ εάν ταυτιστείς με ένα πρόσωπο πάρα πολύ, γίνεται το άλλο σου εγώ. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει με το αντίθετο φύλο. Υπάρχει πάντα μια εγγενής αντιπαλότητα, μια μάχη.

– Βάζετε έναν πίνακα να είναι το αντικείμενο του πόθου για τον νεαρό. Μιλάτε για τον φετιχισμό, αλλά και για τον ναρκισσισμό. Τι επιθυμούν οι άλλοι σε μας;

– Εγώ δεν είμαι αντίθετος με τον φετιχισμό. Θεωρώ ότι είναι ύψιστη προσπάθεια προσέγγισης του αντικειμένου του πόθου. Εγώ είμαι υπέρ της προσκόλλησης, της εξάρτησης, άλλο εάν η κοινωνία μας τα απεχθάνεται ως έννοιες. Ευλογώ τα άτομα που μπορούν να εξαρτώνται. Γιατί η αγάπη και ο έρωτας, τι είναι; Δυνατότητα είναι. Και το να υποδουλωθείς, δυνατότητα είναι. Η υποταγή θέλει εκατό κιλά δύναμης.

– Γιατί πάντοτε στη δύσκολη στιγμή του μεγάλου έρωτα οι άντρες εγκαταλείπουν;

– Αυτό με απασχολεί σε όλα μου τα βιβλία. Γιατί είναι φόβος. Είναι μια βαθύτατη ανασφάλεια. Οι άνδρες θέλουν πράγματα που τους επιβεβαιώνουν, και όχι σχέσεις που τους καταλύουν. Οταν έχεις κάτι που ελέγχεις, πατάς στη μοναξιά σου. Το να φύγεις από τη μοναξιά σου είναι σαν να μπαίνεις στο χάος. Μόνο, όμως μέσα στο χάος, όπως λέει και ο Αϊνστάιν, μπορούν να γεννηθούν σπινθιρίσματα. Οι γυναίκες μπαίνουν στην καταστροφή, οι άνδρες φοβούνται. Μάλλον στη σεξουαλικότητα υπάρχει το πρόβλημα. Φοβούνται τον πολυοργασμό της γυναίκας. Γι’ αυτό σέβομαι βαθιά τη γυναίκα.

– Μιλάτε για τον ναρκισσισμό. Για τη φαντασίωση.

– Και οι δύο ήρωες είναι νάρκισσοι. Η ψυχή των ανθρώπων θέλει μαλάκωμα. Και φαντασιώνονται ότι ο άλλος μπορεί να τους μαλακώσει. Ολοι οι ήρωές μου είναι νάρκισσοι σε έναν βαθμό.

– Κάνετε εμμέσως ένα σχόλιο για τους ανθρώπους του πνεύματος.

– Ναι, θεωρώ ότι οι άνθρωποι του πνεύματος, εμού συμπεριλαμβανομένου, είναι ανίκανοι να εμπλακούν. Ο Αναξαγόρας χωρίζει τον κόσμο σε τρεις τάξεις: στους μαχητές, στους μεταπράτες και στους θεατές. Οι άνθρωποι του πνεύματος είναι θεατές της ζωής. Είναι δειλοί. Ο διανοούμενος παλεύει με αυτό που θα ήθελε να είναι, όχι με αυτό που είναι.

– Πού πηγαίνει η λογοτεχνία; Εχουμε φύγει από την αγάπη για τις ολοκληρωμένες ιστορίες.

– Για μένα η λογοτεχνία είναι ένα ταξίδι ενδοσκόπησης, όχι όμως σαν μια αυτιστική διαδικασία. Η μόνη πράξη της ζωής μας είναι ο λόγος. Ερχόμαστε σε συνειδητή πραγματικότητα για να κατανοήσουμε τη ζωή μας. Γι’ αυτό διαφωνώ με το φετινό βραβείο Νομπέλ και με το Concours, που πιάνει τις σχέσεις Ανατολής-Δύσης. Για μένα η λογοτεχνία δεν πρέπει να έχει καμία άλλη χρησιμότητα, ωφελιμότητα πέρα από αυτή που έχει.
Η ωφελιμότητα της λογοτεχνίας βρίσκεται στην ανατρεπτική συγκρότηση του ανθρώπου. Η χρησιμότητα της λογοτεχνίας είναι στο μη χρήσιμο. Αυτό όμως βλάπτει το σύστημα.

– Γιατί τώρα ξαναθυμηθήκατε την Αλεξάνδρα των εφηβικών σας χρόνων;

– Γιατί κάνω αναδρομή στις χαρές και τις αξιολογώ σε σχέση με τα μεγέθη τους. Γιατί ίσως να υπάρχει στο τέλος φόβος ηλικίας.

​​Το μυθιστόρημα «Αλεξάνδρα» του Ανδρέα Μήτσου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.