ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Χάρις Αλεξίου: Η ζωή μου

xaralex
xaral3

Ολα τα φώτα είναι κλειστά. Σκοτάδι πίσσα. Αίφνης, η σκηνή αρχίζει να φωτίζεται από την οθόνη ενός i-Pad. Μια γυναίκα το κρατάει. Προχωρά και διαβάζει. «Σήμερα ήταν τρύγος και πατήσαμε σταφύλια. Σήμερα η γιαγιά έφτιαξε τηγανίτες κι έβαλε πετιμέζι. Σήμερα ο παππούς άρμεξε την αγελάδα. Σήμερα ένας φίλος του μπαμπά μού είπε πως θα με παντρευτεί. Σήμερα μας είπαν πως ο μπαμπάς είναι άρρωστος…» Είμαι στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου. Μία από τις τελευταίες πρόβες είναι σε εξέλιξη. Το «Χειρόγραφο» έχει αρχίσει να ξεδιπλώνεται. Ενα ρίγος με διαπερνά…

Είναι η πρώτη φορά που η Χάρις Αλεξίου ανεβαίνει στο θεατρικό σανίδι. Οχι μόνο για να τραγουδήσει, αλλά και για να αφηγηθεί στιγμές από τη ζωή της, σε ένα μονόπρακτο γραμμένο από την ίδια, σε μια παράσταση-κέντημα, σκηνοθετημένη από τον Γιώργο Νανούρη, ο οποίος δεν σταματά να μας εκπλήσσει με καθετί με το οποίο καταπιάνεται. Ολομόναχη πάνω στη σκηνή, με τη συνοδεία ενός τρίο που βρίσκεται διακριτικά στο πλάι (βιολοντσέλο, ακορντεόν και κιθάρα), κοιτάζοντας στα μάτια το κοινό με το οποίο εδώ και δεκαετίες έχει χτίσει μια τόσο ιδιαίτερη σχέση, πιάνει το νήμα από τα παιδικά της χρόνια και φτάνει μέχρι το σήμερα. Η μικρή Χαρίκλεια από τη Θήβα συναντά τη Χάρι Αλεξίου, των δίσκων και των συναυλιών, σε μια πορεία γεμάτη ανατροπές, προκλήσεις, χαρές αλλά και απογοητεύσεις.

Παραπονιάρα βασίλισσα

Το σκηνικό αλλάζει κι εκείνη βρίσκεται στο καμαρίνι της. Βλέπει το είδωλό της στον καθρέφτη και μιλάει στον εαυτό της. «Οταν γεράσεις πιο πολύ, πώς θα είσαι; Τι θα κάνεις αν δεν ξαναπατήσεις το πόδι σου στη σκηνή;» Αργότερα μονολογεί και πάλι, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. «Τόσες συναυλίες, τόσες περιοδείες, τόσες πόλεις. Το κρεβάτι τρίζει σ’ αυτό το δωμάτιο. Ενα καναπεδάκι από δερματίνη το ανεβάζει στην κατηγορία “σουίτα”. Από το ταβάνι κρέμεται ένα φωτιστικό γεμάτο μυγάκια. Είναι αργά. Οι άλλοι έχουν βγει για φαγητό. Εγώ πρέπει να κοιμηθώ νωρίς. Να μην κουράσω τη φωνή μου. Εχω ένα σάντουιτς τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. Η ντομάτα έχει βρέξει το ψωμάκι του. Βασίλισσά μου, είσαι λίγο παραπονιάρα σήμερα. Αφού το ξέρεις: αυτό που ζεις πάνω στη σκηνή δεν θα το βρεις πουθενά αλλού. Γι’ αυτό τραγουδάς…»

Aναμνήσεις, άλλοτε τρυφερές κι άλλοτε πικρές, λόγια που δεν ειπώθηκαν, φυλαγμένα γράμματα και ερωτικά σημειώματα, όνειρα και εφιάλτες, γεγονότα και ματαιώσεις, γέλια και κλάματα, οι γονείς, οι άντρες, τα «θέλω» και τα «πρέπει», το σώμα κι η ψυχή, το μυαλό, η φωνή. Ολα μπερδεύονται γλυκά και γίνονται λόγος. Χειμαρρώδης και καθηλωτικός. Σε ένα κείμενο περίπου 3.500 λέξεων. «Κι εγώ σαν πόλη αφήνομαι, τη νύχτα του Σαββάτου», σιγοψιθυρίζει λίγο αργότερα. Ενα μικρό τραπέζι βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής. Σέρνει μια ξύλινη παλιομοδίτικη καρέκλα και τη βάζει πίσω του. Κάθεται. Ανάβει τσιγάρο. «Πάλι σε μονόκλινο», θα πει κάποια στιγμή. Ενας ακόμα επώδυνος χωρισμός…

«Να ανάψουμε κανένα φως;» ακούγεται μια φωνή από τις επάνω σειρές του θεάτρου. «Φως σε δική μου παράσταση; Βλάσφημε, πώς τολμάς;» απαντά ο Γιώργος Νανούρης στον συνεργάτη του. «Τι φως, καλέ; Μαύρο Θέατρο της Πράγας έχουμε γίνει εδώ μέσα!» βάζει τη δική της… πινελιά η Χαρούλα κι όλοι σκάμε στα γέλια. Η ένταση της συγκίνησης κάπως εκτονώνεται, όμως ο κόμπος στο λαιμό παραμένει. «Κάποτε μου έγραφες χαρτάκια, γαλάζιου χρώματος τα πιο πολλά. Επειτα ήρθαν τα κινητά κι έστελνες SMS. Δεν ήταν το ίδιο. Δεν είχαν τον γραφικό σου χαρακτήρα. Δεν είχαν το μελάνι σου», λέει. Ναι, είναι πάλι ερωτευμένη. «Τα λουσμένα σου μαλλιά μού φτιάχνουν τη μέρα». Το τρίο αρχίζει να παίζει. Είναι «Ο άνθρωπός μου». Εκείνη κινείται στο ρυθμό του. «Να γνωρίσω έναν άνθρωπο που λέει “ναι” και το εννοεί. Να γυρίζω το κεφάλι και να μένει το χαμόγελό του εκεί». Τραγουδάμε μαζί της.

«Ζω το δικό μου παραμύθι»

Διάλειμμα μιας ώρας. Οι μουσικοί και οι τεχνικοί ξεκουράζονται. Η πρωταγωνίστρια αποσύρεται για λίγο στο καμαρίνι της. Η Ολγα Παυλάτου φτάνει με μια τσάντα γεμάτη καλούδια. «Να τσιμπήσετε κάτι, βρε παιδιά. Εχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας απόψε». Χρόνια στενή συνεργάτις της και φίλη καρδιακή. «Πήρα τηλέφωνο τον Μάνο Ελευθερίου για να τον καλέσω στην πρεμιέρα», μου λέει. «Του είπα πως θα είναι μια διαφορετική παράσταση. Η Χάρις δεν τραγουδάει μόνο, αλλά και παίζει. Ξέρεις τι μου απάντησε; Πως η Αλεξίου είναι πρώτα ηθοποιός και μετά τραγουδίστρια. Γι’ αυτό και τραγουδάει υπέροχα…»

Ερχεται η ώρα της κουβέντας. Η Χάρις, ο Γιώργος κι εγώ κλεινόμαστε σ’ ένα δωματιάκι. Δεν είναι πολύς καιρός που γνωρίζονται. Εκείνη είδε την «Κατερίνα» του, το δραματοποιημένο μυθιστόρημα του Αύγουστου Κορτώ. «Εκεί έγινε το “κλικ”. Ηταν ιδιοφυής ο τρόπος με τον οποίο έστησε αυτή την παράσταση. Συγκινήθηκα αφάνταστα…» Η «Κατερίνα» τούς έφερε, λοιπόν, κοντά. Κι όταν άρχισαν να συζητούν το ενδεχόμενο να συνεργαστούν πάνω σε ένα δικό της κείμενο, εκείνος της ζήτησε να του γράψει ένα γράμμα! «Επρεπε να απαντήσω στο ερώτημα γιατί ήθελα να το κάνω αυτό. Του έγραψα: Για να μπω σε ένα παραμύθι, να είμαι μέρος του, να το ζήσω. Να μην το δω από την πλατεία, ως κοινό». Με το που τελειώνει τη φράση της, σηκώνεται, τον αγκαλιάζει και τον φιλάει. «Αγάπη μου, το έκανες! Μου έδωσες το παραμύθι μου!» Γυρίζει σ’ εμένα. «Είναι σεμνός, τρυφερός, υποστηρικτικός, του έχω αφεθεί. Δεν ήταν εύκολο. Για πάρα πολλά χρόνια δούλευα ελέγχοντας η ίδια την παραμικρή λεπτομέτεια. Αλλά φαίνεται πως βρήκα την αδελφή ψυχή μου…»

«Εγώ, βέβαια, την ήξερα από πριν. Από πάντα!» λέει ο Γιώργος. «Είναι στη ζωή μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με τα τραγούδια της. Απλώς, για να μπορέσω να κάνω τη δουλειά μου και να είναι καλό το αποτέλεσμα, έπρεπε να παραμερίσω το δέος που νιώθω γι’ αυτήν τη γυναίκα-μύθο. Ακούμπησε τη ζωή της στα χέρια μου κι έπρεπε να τη μεταχειριστώ σαν πολύτιμη πορσελάνη, μη μου ραγίσει… Επί της ουσίας τώρα: αυτό που θα δουν οι θεατές δεν είναι ακριβώς αυτοβιογραφικό, δεν έχει ροή χρονολογική ούτε αλληλουχία. Πηγαινοέρχεται στο χρόνο, σκέψεις και συναισθήματα εναλλάσσονται. Το πιο σημαντικό ξέρεις ποιο είναι; Πως η Χάρις αποκαλύπτει κομμάτια της που αποδεικνύεται πως είναι και δικά μας…»

Η ίδια συμφωνεί. «Πράγματι, είναι κοινός ο βίος των ανθρώπων. Για όλους μας, ο εαυτός μας είναι το κέντρο του κόσμου μας – όχι όμως και του κόσμου όλου. Αυτά που έχω ζήσει τα έχουν περάσει κι άλλοι». Ηταν επώδυνο να μιλήσει για τη ζωή της; Για τις νίκες αλλά και τις ήττες της; «Οχι, ήταν τόσο ορμητικό το ποτάμι των αναμνήσεων, που ήθελε να ξεχυθεί… Βέβαια, υπήρχαν κάποια κομμάτια που δυσκολεύτηκα να αγγίξω: πολύ και πολλά. Κυρίως η σχέση με τους λατρευτούς μου γονείς. Υπήρχαν πολλά απωθημένα. Πράγματα που με είχαν πληγώσει και δεν το είχα καταλάβει. Αλλά, όπως θα δεις και στην παράσταση, τους έχω συγχωρήσει. Και αυτό ήταν μεγάλη λύτρωση. Νιώθω ανακουφισμένη».

Επιστρέφουμε στην αίθουσα του θεάτρου Κατερίνα Βασιλάκου. Η πρόβα ξαναρχίζει. Η Χάρις Αλεξίου ανεβαίνει και πάλι στη σκηνή. Ο προβολέας πέφτει πάνω της. «Σήμερα πήγα σε διαιτολόγο. Αρχισα πάλι δίαιτα. Η διαιτολόγος μού συνέστησε να πάω σε ψυχολόγο. Πήγα. Μου είπε ότι η σεξουαλική και συναισθηματική πείνα μάς κάνει να τρώμε. Την όγδοη μέρα ο Θεός έφτιαξε τα ψυχολογικά». Διαφορετική σκηνή, διαφορετικό συναίσθημα. Από το κλάμα στο γέλιο. Οπως στη ζωή…

info
Νέο Θέατρο
Κατερίνα Βασιλάκου,
Προφήτου Δανιήλ 3 και Πλαταιών, Κεραμεικός,
τηλ. 211-01.32.002-5.
Μαζί της οι μουσικοί: Παναγιώτης Τσεβάς (ακορντεόν-πιάνο), Γιώργος Λιμάκης (κιθάρα), Αναστάσης Μισυρλής (βιολοντσέλο).
Σκηνικά: Δήμητρα Σπυρίδωνος.
Φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου.
Ηχος: Μανώλης Ολλανδέζος.