ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο «διάδρομος συναίνεσης» και η μείωση πλεονασμάτων

Ο «διάδρομος συναίνεσης» και η μείωση πλεονασμάτων

Νέα δεδομένα στο πολιτικό σκηνικό και δυνατότητες πολλαπλών χειρισμών από τον πρωθυπουργό Κυρ. Μητσοτάκη δημιουργούν ο «διάδρομος συναίνεσης» που άνοιξε η κατ’ αρχήν συμφωνία των κομμάτων για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού και η προοπτική μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2021.

Ο πρωθυπουργός, απευθυνόμενος στο συνέδριο του Economist, ανέφερε για τα πλεονάσματα: «Για τα έτη 2021 και 2022 έχουμε πει πως θα θέσουμε υπό συζήτηση τους στόχους για τα πλεονάσματα με τους εταίρους μας. Αυτή η συζήτηση θα γίνει εντός του 2020, όταν θα έχουμε αποκαταστήσει πλήρως την εμπιστοσύνη. Μπορώ να εκφράσω την ισχυρή βεβαιότητα ότι αυτή η συζήτηση θα έχει καλή κατάληξη για την πατρίδα μας». Ο κ. Μητσοτάκης αποφεύγει, ευλόγως, να επεκταθεί επί του θέματος. Ομως, ως φαίνεται, η μείωση των πλεονασμάτων έχει επί της ουσίας «κλειδώσει» μέσα από τις προσωπικές επαφές που διατηρεί με όλους τους ισχυρούς «παίκτες» της Ευρωζώνης, περιλαμβανομένου του Βερολίνου. Εξάλλου, τα επιχειρήματα που διαθέτει η Αθήνα ενόψει της επίσημης συζήτησης που θα εκκινήσει τον επόμενο χρόνο, είναι εξαιρετικά ισχυρά. Πρώτον, η κυβέρνηση προωθεί ένα πλέγμα «δικής της ιδιοκτησίας» μεταρρυθμίσεων, ενώ η δραστική αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού αλλάζει το «προφίλ» του ελληνικού χρέους. Σημειώνεται πως μείωση, για παράδειγμα, κατά μία μονάδα, του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2021, δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο που προσεγγίζει τα 2 δισ., ενώ στο ποσό αυτό δεν υπολογίζονται οι επιστροφές των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα. Η μείωση των πλεονασμάτων θα δώσει στον κ. Μητσοτάκη τη δυνατότητα να υλοποιήσει το δεύτερο κύμα των ελαφρύνσεων που έχει εξαγγείλει για την τρέχουσα τετραετία με επίκεντρο τη μεσαία τάξη και να επιχειρήσει να εδραιώσει την πολιτική κυριαρχία που καταγράφουν όλες οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις.

Η συγκεκριμένη προοπτική δίνει στο Μέγαρο Μαξίμου τη δυνατότητα να διερευνήσει ευρύτερες συναινέσεις, αλλά όχι υπό πίεση. Στην κατεύθυνση αυτή κυβερνητικά στελέχη «διασυνδέουν» τη συζήτηση για τον νέο εκλογικό νόμο και την επερχόμενη προεδρική εκλογή. Παρότι η ανακοίνωση των αποφάσεων του κ. Μητσοτάκη φαίνεται ότι μετατίθεται για τις αρχές του 2020, οι ανωτέρω πηγές σημειώνουν πως αναμένουν την εποικοδομητική στάση του ΚΙΝΑΛ, όπως αυτή κατεγράφη στις διαβουλεύσεις των κομμάτων για την ψήφο των αποδήμων. Προσθέτουν, δε, πως η Χαριλάου Τρικούπη δεν μπορεί παρά να σταθμίσει ότι «το 70% των ψηφοφόρων του ΚΙΝΑΛ προσεγγίζει θετικά την κυβέρνηση Μητσοτάκη».

Πάντως, συνομιλητές της κ. Φώφης Γεννηματά, αφού υπογραμμίζουν πως από την πρόσφατη συνάντηση της προέδρου του ΚΙΝΑΛ με τον πρωθυπουργό δεν ανέκυψαν νέα δεδομένα, αναφέρουν πως παρότι είναι ανοικτή σε κάθε συζήτηση, δεν μπορεί να υπερβεί θεαματικά θέσεις που έχει ήδη εκφράσει, τόσο για τον εκλογικό νόμο όσο και για τη διαδοχή του κ. Πρ. Παυλόπουλου στην προεδρία της Δημοκρατίας. Ως γνωστόν, η κ. Γεννηματά έχει διατυπώσει την άποψη ότι ο επόμενος ή η επόμενη Πρόεδρος θα πρέπει να προέρχεται από τον χώρο της Κεντροαριστεράς.

Σημειώνεται ότι το τελευταίο διάστημα έχει αναπτυχθεί φιλολογία, που με έναν τρόπο συντήρησε με δηλώσεις του ο κ. Κ. Σκανδαλίδης, σύμφωνα με την οποία για την προεδρία θα μπορούσε να προταθεί η ίδια η κ. Φώφη Γεννηματά. Πάντως, εξ απορρήτων συνεργάτες της τονίζουν πως καμία σχετική συζήτηση δεν έχει πραγματοποιηθεί. (Μάλιστα, ο εκπρόσωπος του ΚΙΝΑΛ κ. Π. Χρηστίδης χαρακτήρισε τα συγκεκριμένα σενάρια «προβοκάτσια»). Προσθέτουν, δε, δύο παραμέτρους: Πρώτον, ότι η υποψηφιότητα της κ. Γεννηματά δεν θα γινόταν εύκολα αποδεκτή από το σύνολο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ν.Δ. Και, δεύτερον, ότι η κ. Γεννηματά έδωσε στίγμα παραμονής στην ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, δρομολογώντας το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Οι ίδιες πηγές εμφανίζονται παράλληλα επιφυλακτικές για μία ακόμη υποψηφιότητα της Κεντροαριστεράς που έχει ακουστεί το τελευταίο διάστημα, αυτή της κ. Μαρίας Δαμανάκη, με το σκεπτικό ότι «πήρε αποστάσεις από την παράταξη τα πέτρινα χρόνια».

Πάντως, ενδεικτική της διάθεσης του Μεγάρου Μαξίμου για συναινέσεις είναι η προσέγγιση που ακολουθήθηκε με την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού. Η κυβέρνηση προκειμένου να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα υποχώρησε στο ζήτημα της επιστολικής ψήφου ώστε να συγκεντρωθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία των 200 ψήφων. «Δεν είμαστε της λογικής “όλα ή τίποτα”», λένε χαρακτηριστικά συνεργάτες του πρωθυπουργού. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του Μεγάρου Μαξίμου και του υπουργείου Εσωτερικών, το νομοσχέδιο θα κατατεθεί προς ψήφιση από τον κ. Τ. Θεοδωρικάκο εντός του Νοεμβρίου, ενώ ο κ. Γ. Γεραπετρίτης θα καταθέσει τις κυβερνητικές προτάσεις για τη συνταγματική «θωράκισή» του στην Επιτροπή Αναθεώρησης, ώστε οι πρόνοιές του να καλύπτονται πλήρως μέσω του άρθρου 54. 

Στις αλλαγές που θα υπάρξουν προβλέπεται η υποχρέωση των κομμάτων να συμπεριλάβουν στα ψηφοδέλτια Επικρατείας τους και απόδημους Ελληνες, ενώ θα υπάρξουν και διαφορετικές εκλογικές περιφέρειες αποδήμων (π.χ. Αμερικής, Αυστραλίας κ.λπ.).

Σύμφωνα με τους πρώτους κυβερνητικούς υπολογισμούς, περίπου 407.000 πολίτες που διαμένουν στο εξωτερικό να ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές στον τόπο της κατοικίας τους.