ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δεν ήταν (μόνο) η Γερμανία

den-itan-mono-i-germania-2362925

Τι κοινό έχουν το παρ᾽ολίγον Grexit και το Euro του 2004; Έπεσαν στο τραπέζι της 17ωρης διαπραγμάτευσης το 2015. Και τα δύο, μεταξύ σοβαρού και αστείου.

Εκείνη τη χρονιά έπεσαν οι μάσκες στο ελληνικό δράμα. Bασικοί πρωταγωνιστές του αποκάλυψαν τα χαρακτηριστικά τους. Από τη μία πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας. Αφού ανήλθε στη διακυβέρνηση πατώντας σε δύο βάρκες, σε αυτήν του ευρωπαϊκού και σε αυτήν του «λαφαζανικού» ΣΥΡΙΖΑ, φλέρταρε ευθέως με το σενάριο του Grexit. Τελικά έκανε πίσω, μόλις μια ανάσα πριν από το χάος. Από την άλλη πλευρά, οι λεγόμενοι σκληροί της Ευρωζώνης. Ποιοι ήταν όμως αυτοί;

«Η Μέρκελ δεν ήταν ο πιο δύσκολος άνθρωπος στην αίθουσα. Άλλοι ήταν μακράν πιο δύσκολοι. Οι Γερμανοί μέσα στη χώρα τους έδιναν την εντύπωση ότι ήταν σκληροί, ήταν αυστηροί, ήταν άκαμπτοι. Ήταν. Αλλά σε μικρότερο βαθμό απ’ ό,τι άλλοι…» (Ζ.Κ.Γιούνκερ στον Αλ. Παπαχελά, 9-2-2020).

Το «τείχος του Βερολίνου» ήταν πράγματι ψηλό και επιβλητικό καθ᾽ όλη την εξέλιξη της ελληνικής κρίσης. Με τη διαφορά όμως ότι η Γερμανία, ως τιμονιέρης της Ευρωζώνης, κυριευόταν από το αίσθημα της ηγεμονίας, δηλαδή της ισχύος αλλά και της ευθύνης, η οποία έβαζε φρένο στις όποιες ενστικτώδεις διαθέσεις της. Το ευρώ έπρεπε στο τέλος της ημέρας να διατηρηθεί ακέραιο και ισχυρό.

Υπήρχαν αντιθέτως άλλες χώρες, οι οποίες διατύπωναν με μεγαλύτερη άνεση ό,τι αληθινά σκέφτονταν για την Ελλάδα σε εκείνη τη φάση των εξελίξεων. Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η Ολλανδία. Ο πρωθυπουργός της δήλωνε ότι «μέσα στις επόμενες ώρες η Ελλάδα θα πρέπει να αποφασίσει αν θα προχωρήσει σε ριζικές μεταρρυθμίσεις, ειδάλλως το Grexit είναι γεγονός από μόνο του» (12-7-2015).

Τη στάση του Μαρκ Ρούτε ως «υπερβολική και άκαμπτη» έχει περιγράψει ο τότε πρωθυπουργός της Ιταλίας. Ο Ματέο Ρέντσι έχει αναφερθεί άλλωστε με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο σε στιγμιότυπα μετά τη διατύπωση της πρότασης να μεταφερθούν περιουσιακά στοιχεία αξίας 50 δισ. ευρώ από την Ελλάδα στο Λουξεμβούργο: «Είπα τότε σε πρωθυπουργό (σ.σ. δεν αποκαλύπτει σε ποιον) που βρισκόταν στην αίθουσα ότι θα μπορούσαν να πάρουν πίσω και το ευρωπαϊκό κύπελλο που κέρδισε η Ελλάδα στο ποδόσφαιρο το 2004… Μα τι άλλο θα μπορούσαν να ζητήσουν από αυτήν τη χώρα εκείνη τη νύχτα;».

Δεν ήταν όμως μόνο η Γερμανία και η Ολλανδία. Ήταν και η Αυστρία, η οποία χαρακτήριζε το Grexit «σχεδόν αναπόφευκτο». Ήταν και η Φινλανδία, η οποία δήλωνε έτοιμη να αρνηθεί επιπλέον βοήθεια στην Ελλάδα «ακόμη και αν έμενε μόνη της» με αυτήν τη θέση στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Ήταν και η Σλοβακία, η οποία δεν μπορούσε να αποδεχθεί το γεγονός ότι οι φτωχότεροι πολίτες τους θα στήριζαν την αποκλεισμένη από τις αγορές αλλά και πάλι πλουσιότερη Ελλάδα.

Όλες αυτές οι χώρες είχαν κάτι κοινό. Είχαν χάσει την υπομονή τους, ορισμένες και την ψυχραιμία τους, με την τότε ελληνική κυβέρνηση. Το «σόου» Βαρουφάκη συνοδεύτηκε από τη δραματική επιλογή Τσίπρα να προβεί σε δημοψήφισμα για το πακέτο που κατά τα άλλα η χώρα του χρειαζόταν ώστε να μην καταρρεύσει.

Η εξέλιξη δυσαρέστησε ακόμη και τους στενούς συμμάχους της Ελλάδας εκείνη την περίοδο. Ο καλύτερος φίλος του Αλέξη Τσίπρα στο τραπέζι της Συνόδου, ο Ιταλός πρωθυπουργός, δήλωνε έκπληκτος και εξαιρετικά αρνητικός. Ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, μετά τη διενέργεια του δημοψηφίσματος, είπε στον τότε Έλληνα πρωθυπουργό ότι ο ίδιος κέρδισε, αλλά η Ελλάδα έχασε. Όμως επίσης διέκρινε τότε ότι η Άγκελα Μέρκελ, παρά τις προετοιμασίες της για Grexit, ήταν «κατά βάση σύμμαχος» στην προσπάθεια για Gremain. Σε αντίθεση πιθανώς με άλλους πρωθυπουργούς, ακόμη πιο ευθείς και κατηγορηματικούς από την καγκελάριο, οι οποίοι φανερά ενοχλημένοι αντέτειναν να κάνουν και οι ίδιοι δημοψήφισμα για τα πακέτα διάσωσης στην Ελλάδα.

Όμως όλα αυτά είναι σήμερα ιστορία. Ήταν τόσο καταστροφική για όλες τις πλευρές η προοπτική που προς στιγμή δρομολόγησε το δημοψήφισμα Τσίπρα, ώστε να υποστηρίζουν σήμερα Ευρωπαίοι ηγέτες, όπως ο Ματέο Ρέντσι, ότι «ο Αλέξης έσωσε την Ελλάδα».

Πράγματι, την έσωσε. Από τις ίδιες τις επιλογές του.