ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αν Απλμπαουμ στην «Κ»: Σε διεθνές επίπεδο, οι ΗΠΑ του Τραμπ δεν έχουν δείξει ίχνος ηγεσίας

an-aplmpaoym-stin-k-se-diethnes-epipedo-oi-ipa-toy-tramp-den-echoyn-deixei-ichnos-igesias-2373221

Η πανδημία του κορωνοϊού ενισχύει τις δυνάμεις του εθνικισμού, σύμφωνα με την Αν Απλμπαουμ, τη διάσημη Αμερικανίδα ιστορικό και δοκιμιογράφο, αλλά το πλεονέκτημα αυτό πιθανότατα να αποδειχθεί βραχυχρόνιο. «Στην πρώιμη φάση, τα εθνικιστικά-λαϊκιστικά ένστικτα έχουν το πάνω χέρι», λέει σε τηλεφωνική συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ».

«Ο περισσότερος κόσμος, όταν φοβάται, είναι διατεθειμένος να παραχωρήσει ελευθερίες με αντάλλαγμα την προσδοκία της ασφάλειας. Το τι θα γίνει σε έξι μήνες ή σε ένα χρόνο είναι πολύ πιο δύσκολο να προβλεφθεί. Δύο πράγματα αξίζει να παρακολουθήσουμε: το πρώτο είναι μία αντίδραση κατά του κράτους, κατά της απαγόρευσης κυκλοφορίας και των οδηγιών στην καθημερινότητά μας… Το έχουμε δει αυτό και σε πανδημίες του παρελθόντος: το 1918 στο Σαν Φρανσίσκο ψηφίστηκε νόμος που επέβαλε τη χρήση μάσκας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ολόκληρο κίνημα κατά των μασκών. Το δεύτερο αφορά το γεγονός ότι κάποιες από τις λύσεις απέναντι στην πανδημία θα είναι αναγκαστικά παγκόσμιες – π.χ. για την ανάπτυξη θεραπειών ή για τη στήριξη των πιο ευάλωτων χωρών».

Πώς βλέπει την απόπειρα του Βίκτορ Ορμπαν στην Ουγγαρία να εκμεταλλευθεί την κρίση για να αγκαλιάσει ακόμη πιο ασφυκτικά την εξουσία, αλλά και τη μάλλον αναιμική αντίδραση της Ε.Ε.; Η μουδιασμένη αντίδραση, λέει η βραβευμένη με Πούλιτζερ Απλμπαουμ, «οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι έχουν άλλα πράγματα μεγαλύτερη προτεραιότητα». Παρότι πτυχές της πολιτικής του, όπως η σκληρή στάση στο μεταναστευτικό, έχουν υιοθετηθεί ευρύτερα στην Ευρώπη, θεωρεί ότι ο Ορμπαν είναι «απομονωμένος» στο θέμα της αναστολής των δημοκρατικών ελευθεριών: «Δεν νομίζω να θελήσουν πολλοί να τον ακολουθήσουν στον συγκεκριμένο γκρεμό».

Η πιθανή εξαίρεση, παραδέχεται, είναι η δεύτερη πατρίδα της (είναι παντρεμένη με τον Πολωνό πρώην υπουργό Εξωτερικών Ράντεκ Σικόρσκι): «Η πολωνική κυβέρνηση, τώρα που όλοι κοιτάζουν αλλού, έχει το κίνητρο να διεξαγάγει μια βαθιά άδικη εκλογική διαδικασία [σ.σ.: έχουν προκηρυχθεί προεδρικές εκλογές στις 10 Μαΐου]. Ο μόνος υποψήφιος που μπορεί να κάνει προεκλογική εκστρατεία είναι ο υφιστάμενος πρόεδρος, ο οποίος μπορεί να εμφανίζεται όλη μέρα στην κρατική τηλεόραση. Παράλληλα, πολλά δημοτικά συμβούλια έχουν πει ότι δεν θα συστήσουν εκλογικά τμήματα, για να μην προκληθεί συνωστισμός. Αρα πολλοί ψηφοφόροι δεν θα έχουν πρακτικά δυνατότητα ψήφου». Η Απλμπαουμ προειδοποιεί ότι αυτό μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ, καθώς οι Πολωνοί ενδέχεται να θεωρήσουν τον πρόεδρο «σφετεριστή της εξουσίας».

Ανησυχεί και για τις προοπτικές των προεδρικών εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες; «Ναι, ήδη υπάρχει τεράστια ανησυχία για τις εκλογές του Νοεμβρίου. Ουσιαστικά, συμφέρει τους Δημοκρατικούς να ψηφίσουν όσο περισσότεροι άνθρωποι γίνεται, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί θέλουν να κρατήσουν χαμηλά τη συμμετοχή. Αρα η σύγκρουση τους επόμενους μήνες θα είναι μεταξύ αυτών που θέλουν να διευρύνουν τη δυνατότητα της επιστολικής ψήφου και αυτών που θέλουν να την περιορίσουν. Δυστυχώς, μια συζήτηση που θα έπρεπε να είναι ουδέτερη και να διέπεται από πραγματισμό για το πώς μπορούμε να ψηφίσουμε σε συνθήκες κρίσης, θα κομματικοποιηθεί σε ακραίο βαθμό. Χθες [σ.σ.: την Τρίτη] είδαμε τον πρώτο γύρο αυτής της σύγκρουσης στις προκριματικές εκλογές στο Ουισκόνσιν, όπου πολιτειακοί ηγέτες των Ρεπουμπλικανών απαγόρευσαν την επιστολική ψήφο. Ο κόσμος αναγκάστηκε να περιμένει στις ουρές και υπήρξε πολλή οργή. Αν αυτό συνεχιστεί ώς τον Νοέμβριο, τότε ενδέχεται να έχουμε ένα πραγματικό ζήτημα με τη νομιμότητα των εκλογών».

Η πανδημία, σημειώνει, «έχει αποκαλύψει δύο παθογένειες των ΗΠΑ. Η πρώτη συνδέεται με την κυβέρνηση Τραμπ. Κάθε πρόεδρος διορίζει χιλιάδες ανθρώπους, ένα σύστημα το οποίο ήταν ανέκαθεν ριψοκίνδυνο. Στην περίπτωση του Τραμπ, έχουμε πολλούς αξιωματούχους σε καίριες θέσεις, που δεν έχουν τα προσόντα για τις θέσεις αυτές ή είναι παντελώς ανίκανοι. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η αντίδραση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στην κρίση ήταν τόσο πρόχειρη». Παράλληλα, λέει, «χρόνια ανεπαρκών επενδύσεων στις δημόσιες υπηρεσίες είχαν το αποτέλεσμα να μην είμαστε προετοιμασμένοι όταν ξέσπασε η κρίση». Αναφέρει την ιστορία μιας ιατρικής ερευνήτριας, που παρατήρησε πριν από οποιονδήποτε ότι ο ιός εξαπλωνόταν στο Σιάτλ: «Της απαγόρευσαν να κάνει έρευνα επί του θέματος ή ακόμη και να ενημερώσει ανθρώπους που ήξερε ότι έχουν προσβληθεί, για γραφειοκρατικούς λόγους. Φιμώσαμε, ουσιαστικά, όσους προσπάθησαν να μας προειδοποιήσουν – όπως έκανε και η Κίνα, με πιο άγριες μεν μεθόδους, αλλά για παρόμοιους λόγους. Οι ΗΠΑ είναι υπερδύναμη στον χώρο της βιοϊατρικής, αλλά η δημόσια υγεία δεν είναι κάτι το οποίο έχουμε φροντίσει, ούτε ανταμείβουμε όπως πρέπει αυτούς που ασχολούνται με αυτό».

Αντίστοιχα, στο διεθνές επίπεδο, οι ΗΠΑ «δεν έχουν δείξει ίχνος ηγεσίας. Αντιθέτως, ο Τραμπ υπονομεύει τις διεθνείς προσπάθειες, επιτιθέμενος σε άλλες χώρες και στον ΠΟΥ, διαδίδοντας ψευδείς ειδήσεις». 

Το ζητούμενο

Πώς εξηγεί τη συγκριτική επιτυχία κάποιων χωρών έναντι άλλων στη διαχείριση της κρίσης; «Νομίζω η κρίσιμη διαφορά είναι ότι στις χώρες αυτές υπάρχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε αυτά ακριβώς τα πράγματα που έχουν αποδυναμωθεί καταλυτικά στις ΗΠΑ – στη δημόσια διοίκηση, στις δημόσιες υπηρεσίες, στην επιστήμη. Συνεπώς, είναι διατεθειμένοι, για παράδειγμα, να δώσουν στις κυβερνήσεις τους πρόσβαση στα προσωπικά τους δεδομένα για να συμβάλουν στην προσπάθεια εντοπισμού των κρουσμάτων». Η Απλμπαουμ, πάντως, δεν θεωρεί ότι οι ατομικές ελευθερίες και η δυτική παράδοση της ιδιωτικότητας αποτελούν αναγκαστικά εμπόδιο στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του ιού. «Η Γερμανία, για παράδειγμα, μπόρεσε γρήγορα να αυξήσει τον αριθμό των τεστ. Η Ελλάδα επίσης τα έχει πάει καλύτερα από τους περισσότερους. Αντιστρόφως, πολλές αυταρχικές χώρες, π.χ. το Ιράν, δεν τα έχουν πάει καλά. Η διαχωριστική γραμμή δεν είναι “δημοκρατία-αυταρχισμός” είναι “ικανότητα έναντι ανικανότητας”».