ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ

Ντανιέλα Σβάρτσερ στην «Κ»: Πρόωρες οι κυρώσεις στην Τουρκία

Η Ντανιέλα Σβάρτσερ είναι διευθύντρια του German Council on Foreign Relations και σύμβουλος του ύπατου εκπροσώπου Εξωτερικής Πολιτικής και Αμυνας της Ε.Ε. Ζοζέπ Μπορέλ.

Τον κίνδυνο της πρόωρης προσφυγής σε κυρώσεις απέναντι στην Τουρκία επισείει, μιλώντας στην «Κ», η Ντανιέλα Σβάρτσερ. Η διευθύντρια του German Council on Foreign Relations και σύμβουλος του Ζοσέπ Μπορέλ χαρακτηρίζει το ζήτημα των κυρώσεων «σύνθετο από πολλές απόψεις: αν πρέπει να επιβληθούν, σε τι έκταση, υπό ποιους όρους και με τις προβλέψεις για την άρση τους». Η εκτίμησή της είναι ότι «δεν έχουμε φτάσει στη στιγμή επιβολής ευρέων και ισχυρών κυρώσεων. Πρέπει ακόμα να δοθεί η ευκαιρία στην προσπάθεια διαμεσολάβησης να πετύχει».

Σύμφωνα με τη Σβάρτσερ, η ελληνοτουρκική κρίση αποτελεί μία «πολιτικά πολύ σύνθετη κατάσταση» για την Ευρωπαϊκή Ενωση, με τη Γερμανία, που προεδρεύει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, να επιχειρεί να παίξει ρόλο διαμεσολαβητή και άλλες χώρες, με κυριότερη τη Γαλλία, να στηρίζουν «με άλλους τρόπους» την Ελλάδα. Η πιο σθεναρή στάση της Γαλλίας απέναντι στην Τουρκία «δίνει ένα ισχυρό σήμα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης», τονίζει, αλλά «πρέπει να εξισορροπηθεί με μία ξεκάθαρη πρόταση για διάλογο» αν η Αγκυρα κινηθεί στην κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης. «Αυτή τη στιγμή υπάρχει στις τάξεις της Ε.Ε. σε μεγάλο βαθμό κοινή ανάλυση του προβλήματος, αλλά διαφωνία ως προς τα σωστά εργαλεία για τη διαχείριση της κρίσης», λέει.

Εχει φτάσει η ώρα η Ευρώπη να δει διαφορετικά την Τουρκία – να πάρει σοβαρά τις αναθεωρητικές της φιλοδοξίες και τη διάθεσή της να τις υποστηρίξει με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος; «Η διάθεση της Τουρκίας να χρησιμοποιήσει στρατιωτικά μέσα για να ενισχύσει την επιρροή της σε περιφερειακό επίπεδο είναι κάτι που πρέπει να λάβουμε υπόψη. Ωστόσο, η Τουρκία παραμένει εταίρος της Ε.Ε. στη συμφωνία για το μεταναστευτικό, η οποία θεωρείται κλειδί από τους Ευρωπαίους. Επιπλέον, οι οικονομικοί δεσμοί παραμένουν στενοί – αν και η εξάρτηση είναι μεγαλύτερη για την τουρκική πλευρά. Είναι πάντως μία σχέση που δεν εξαντλείται στην αντιπαράθεση [στην Ανατολική Μεσόγειο]. Στη Γερμανία, ειδικότερα, υπάρχει μία σημαντική εγχώρια διάσταση, με τον σημαντικό πληθυσμό Γερμανών τουρκικής καταγωγής και Τούρκων που διαμένουν μόνιμα εκεί».

Η Ε.Ε. έχει υπάρξει «μάλλον παθητική ώς τώρα» στη Β. Αφρική και την Εγγύς Ανατολή, τονίζει η Σβάρτσερ. Η περιοχή, σημειώνει, έχει «αποσταθεροποιηθεί» και «έχουν σπεύσει άλλες χώρες, όπως η Τουρκία και η Ρωσία, να καλύψουν το κενό που έχουν αφήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες». Σε αυτό το πλαίσιο, εξηγεί, πρέπει να γίνει κατανοητή και η πιο σθεναρή στάση του Μακρόν. «Η Ιστορία παίζει σημαντικό ρόλο εδώ. Η Γαλλία έχει πιο ισχυρούς δεσμούς με την Ανατολική Μεσόγειο, μία λιγότερο στενή σχέση [σ.σ.: σε σύγκριση με τη Γερμανία] με την Τουρκία και μεγαλύτερη ετοιμότητα να προβάλει τη στρατιωτική της παρουσία».

Το ρωσικό αδιέξοδο

Η άλλη μείζων κρίση που ξέσπασε στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης τον Αύγουστο ήταν αυτή της Λευκορωσίας. Η εκλογική απάτη στις προεδρικές εκλογές και η καταστολή των διαδηλώσεων που ακολούθησε έχουν ήδη οδηγήσει σε πολιτική συμφωνία σε επίπεδο Ε.Ε. για την επιβολή κυρώσεων σε αξιωματούχους του καθεστώτος. Τα επόμενα βήματα όμως, εξηγεί η επικεφαλής του German Council on Foreign Relations, είναι λιγότερο σαφή.
«Γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι η εμπλοκή της Ρωσίας στις εξελίξεις στη Λευκορωσία είναι πολύ ισχυρή», σημειώνει. «Το ερώτημα είναι συνεπώς αν οι κυρώσεις πρέπει να περιοριστούν στο καθεστώς Λουκασένκο ή αν πρέπει να ληφθεί υπόψη η μεγάλη εικόνα αλλά και ο ρόλος της Μόσχας». Αυτό το ζήτημα, πλέον, εξηγεί η Σβάρτσερ, συνδέεται με την ευρύτερη αναθεώρηση των σχέσεων με τη Ρωσία, μετά τη δηλητηρίαση του ηγέτη της αντιπολίτευσης Αλεξέι Ναβάλνι.

«Η γερμανική κυβέρνηση έχει βγει μπροστά στο θέμα αυτό, με το ζήτημα της αναστολής του NordStream 2 να πλανάται πλέον ξεκάθαρα ως απειλή· αλλά θα ήταν λάθος να μετατραπεί η υπόθεση σε αντιπαράθεση μεταξύ της Γερμανίας και της Ρωσίας», λέει. «Πρέπει να τεθεί σε επίπεδο Ε.Ε.-Ρωσίας.

Οταν μίλησε η Μέρκελ για τον Ναβάλνι και απαίτησε την ανταπόκριση της Ρωσίας στη διαλεύκανση της υπόθεσης, ξεκαθάρισε ότι η αξιολόγηση αυτής της ανταπόκρισης θα γίνει από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ». Η Σβάρτσερ πάντως παραδέχεται ότι η επιμονή της καγκελαρίου ώς τώρα να διαχωρίσει την κατασκευή του αγωγού ως «επιχειρηματικό εγχείρημα» από τις σχέσεις με τη Ρωσία «ήταν ένα αδύναμο στοιχείο της γερμανικής προσέγγισης» προς τη Μόσχα, καθώς «ήταν ενδεικτικό μιας ασυνέπειας».

Η δηλητηρίαση του Ναβάλνι αποτελεί «σημείο καμπής», τονίζει η Σβάρτσερ. «Η συζήτηση τώρα, στη Γερμανία αλλά και στην Ευρώπη, θα μετατεθεί στο πώς μπορούμε να κάνουμε τη ζωή δύσκολη για τον Πούτιν, να του ασκήσουμε πίεση». Η ίδια πάντως δεν είχε ψευδαισθήσεις για τη δυνατότητα εξομάλυνσης των σχέσεων με το ρωσικό καθεστώς. «Κάποιοι θα πουν τώρα ότι ο Πούτιν δεν είναι αξιόπιστος εταίρος. Ηταν όμως με οποιαδήποτε έννοια αξιόπιστος εταίρος από τη μέρα που προσάρτησε την Κριμαία και μετά; Δεν νομίζω».

Οι ΗΠΑ

Σχετικά με τις επικείμενες προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, η Σβάρτσερ είναι σαφής: «Σε περίπτωση επανεκλογής του Τραμπ, οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να είναι έτοιμοι να συμβάλλουν πολύ πιο ενεργά στο ΝΑΤΟ, διαφορετικά θα αποδυναμωθεί. Θα ενισχυθούν οι τάσεις προστατευτισμού και η χρήση γεω-οικονομικών εργαλείων για να τεθεί η Ευρώπη –και ιδιαίτερα η Γερμανία– υπό πίεση. Και η Ευρώπη δεν θα είχε εταίρο στις ΗΠΑ, τουλάχιστον σε ομοσπονδιακό επίπεδο, για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, της υγειονομικής κρίσης και άλλων προκλήσεων που ξεφεύγουν από τα εθνικά σύνορα».

Αλλά και σε περίπτωση επικράτησης Μπάιντεν, που είναι «σαφώς η προτιμητέα επιλογή», η Ευρώπη σε θέματα όπως το 5G θα υποχρεωθεί να διακόψει τη συνεργασία με την Κίνα ως τίμημα για τη σύμπλευση με τις ΗΠΑ, λέει η Γερμανίδα πολιτική επιστήμονας. Πώς βλέπει τη φιλολογία, που έχει ενταθεί μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, περί «στρατηγικής αυτονομίας» της Ε.Ε.;

«Η άμεση προτεραιότητα για την Ε.Ε. αφορά το εσωτερικό της: τη δημιουργία των οικονομικών και πολιτικών θεμελίων για να μπορέσει η Ευρώπη να παίξει έναν πιο στιβαρό ρόλο στη διεθνή σκηνή. Η Ευρώπη σήμερα, για παράδειγμα, δεν έχει την παραγωγική δυνατότητα για να λαμβάνει κυρίαρχες, αυτόνομες αποφάσεις για τα μεγάλα θέματα τεχνολογίας του μέλλοντος. Πρέπει πρώτα να αποκτήσουμε τις δυνατότητες αυτές και στη συνέχεια να δούμε με ποιον θέλουμε να συνεργαστούμε».