ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Λεπτές ισορροπίες με τα μέτρα

Στη λεπτή γραμμή μεταξύ της προστασίας της δημόσιας υγείας και της διασφάλισης των όρων για υποτυπώδη έστω κοινωνική και οικονομική ζωή επιχειρεί να ισορροπήσει η κυβέρνηση.

Λεπτές ισορροπίες με τα μέτρα

Στη λεπτή γραμμή μεταξύ της προστασίας της δημόσιας υγείας και της διασφάλισης των όρων για υποτυπώδη έστω κοινωνική και οικονομική ζωή επιχειρεί να ισορροπήσει η κυβέρνηση, που αντιλαμβάνεται ότι οι επόμενες εβδομάδες θα είναι ιδιαιτέρως κρίσιμες, καθώς μάλιστα το φως στο τούνελ ξαφνικά βρέθηκε πιο μακριά, λόγω της «ευρωεμπλοκής» με τα εμβόλια.

Η κυβέρνηση, ακολουθώντας και τις προτάσεις της επιτροπής των ειδικών, επέλεξε την Παρασκευή να υιοθετήσει σχετικά ήπια περιοριστικά  μέτρα, παρακάμπτοντας φωνές που τάχθηκαν υπέρ ενός σκληρού lockdown για τις επόμενες δύο ή τρεις εβδομάδες. Eπί της ουσίας, με τα μέτρα που υιοθετήθηκαν περιορίζεται σε ένα βαθμό η κινητικότητα του πληθυσμού, χωρίς να μπαίνει λουκέτο στην εκπαίδευση ή στο λιανεμπόριο.

Οπως αναφέρουν υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη, υπάρχει αύξηση στα κρούσματα στην Αττική που οδηγεί σε μεγαλύτερη επιφυλακή, αλλά αυτή δεν είναι εκθετική ώστε να επιβάλει δραματικές αποφάσεις. Ειδικότερα, οι ανωτέρω πηγές παραπέμπουν σε τρεις κρίσιμες παραμέτρους που αποτελούν τα κλειδιά για τις περαιτέρω κινήσεις: την κατάσταση στις ΜΕΘ και συνολικά την πίεση στο σύστημα υγείας, τον αριθμό των κρουσμάτων και το εύρος των μεταλλάξεων. Είναι σαφές ότι η τροχιά είναι παντού ανοδική, αλλά όχι σε βαθμό που να οδηγεί στην ανάγκη άμεσων δραστικών μέτρων, παρότι τονίζεται πως η κυβέρνηση δεν θα διστάσει να τα λάβει εάν αυτό επιβάλλεται από την πορεία της πανδημίας το επόμενο διάστημα. 

Σε σχέση με τις μεταλλάξεις που αποτελούν τη νέα κρίσιμη μεταβλητή στην εξίσωση του κορωνοϊού, τα στοιχεία για την Αττική είναι τα εξής για τη βρετανική «εκδοχή» της: με βάση τα γενικά τεστ που πραγματοποιούνται και ανέρχονται πλέον περίπου στις 30.000 ημερησίως, εντοπίζεται σε κάτω του 5% των κρουσμάτων, αλλά στην πραγματικότητα είναι ακόμη χαμηλότερη –ένα στα 77–, καθώς υπάρχουν συρροές, για παράδειγμα σε γηροκομεία. Παράλληλα, η βρετανική μετάλλαξη θεωρείται με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα 15%-20% μεταδοτικότερη του «κανονικού» κορωνοϊού, ενώ σημείο συναγερμού χαρακτηρίζεται το να υπερβεί το 10% των συνολικών κρουσμάτων στην Αττική. 

Πάντως, ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, την περασμένη εβδομάδα στη Βουλή, παρουσίασε πιο εξειδικευμένα στοιχεία σε σχέση με την παραλλαγή (variant) του ιού, που είναι πολλές μεταλλάξεις μαζί. Οπως ανέφερε, σε επιλεγμένα δείγματα τα ποσοστά ήταν πολύ υψηλά και σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν και στο 40%. Μάλιστα, σύμφωνα με τον κ. Τσιόδρα, «κάναμε εκτιμήσεις για την κυκλοφορία του variant, οι οποίες δείχνουν ότι εάν επικρατήσει στην πατρίδα μας, μπορεί να έχουμε πρόβλημα μέχρι τις αρχές Μαρτίου».

«Επώδυνες» επιλογές

Η επιλογή της κυβέρνησης να μην προχωρήσει σε περαιτέρω «κλείσιμο» της κοινωνίας και της οικονομίας εδράζεται επιπροσθέτως στο γεγονός ότι, επί της ουσίας, οι περαιτέρω κινήσεις που διαθέτει στην παρούσα φάση στη φαρέτρα της είναι ιδιαιτέρως «επώδυνες»: είτε θα προχωρήσει στον τερματισμό της λειτουργίας των σχολείων είτε του λιανεμπορίου. Oμως, όπως αναγνωρίζουν πλέον και οι ίδιοι οι λοιμωξιολόγοι στην πλειονότητά τους, το κόστος τόσο της μιας όσο και της άλλης επιλογής είναι δυσβάστακτο. Μάλιστα, πρόσθετη περιπλοκή αποτελεί το γεγονός πως, παρά τη μεγάλη αύξηση των ημερήσιων τεστ, δεν υπάρχει σαφής εικόνα για τον βαθμό στον οποίο η κάθε δραστηριότητα από τις ανωτέρω επιβαρύνει το συνολικό ιικό φορτίο στην κοινότητα. 

Επίσης, από τους ελέγχους προκύπτει άλλο ένα στοιχείο που προσμετρεί η κυβέρνηση: ότι δηλαδή σταθερά η διασπορά εστιάζεται στις νεότερες ηλικίες. Θετικό παράγωγο αυτής της πραγματικότητας αποτελεί ότι οι νέοι δεν νοσούν σοβαρά και άρα δεν επιβαρύνουν το σύστημα υγείας. Στον αντίποδα, όμως, παρουσιάζουν και τη μεγαλύτερη κινητικότητα, αυξάνοντας έτσι σημαντικά τη διασπορά. 

Σε αυτό το μάλλον «σκοτεινό» τοπίο, ανάσα για την κυβέρνηση αποτελεί η αδειοδότηση του εμβολίου της AstraZeneca, που, όπως ανακοινώθηκε προχθές, θα αρχίσει να χορηγείται σε άτομα κάτω των 65 ετών. Παρά τις «πιέσεις» από διάφορες κοινωνικές ομάδες να εμβολιαστούν κατά προτεραιότητα όσοι εργάζονται σε υπηρεσίες αιχμής και έχουν συχνή επαφή με μεγάλο όγκο ατόμων, όπως οι οδηγοί στα μέσα μαζικής μεταφοράς και οι εργαζόμενοι στα σούπερ μάρκετ, η προσέγγιση θα είναι διαφορετική. Τα κριτήρια θα είναι ηλικιακά, με την πρώτη κατηγορία που θα εμβολιαστεί να είναι εκείνη των 60 έως 65 ετών. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι εξετάστηκε και το σενάριο να προηγηθούν ασθενείς με νοσήματα που συνιστούν υψηλό κίνδυνο για νόσηση με COVID-19, αλλά στην πράξη αποδείχθηκε πως είναι πολύ δύσκολη η κατηγοριοποίησή τους.