ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αναδιάταξη και αναβάθμιση των ιερατικών σπουδών

Η συμφωνία υπουργείου Παιδείας και Εκκλησίας για τις εκκλησιαστικές ακαδημίες

anadiataxi-kai-anavathmisi-ton-ieratikon-spoydon-561349456

Ανεργία, ετεροαπασχόληση, και το βλέμμα στη δημόσια εκπαίδευση. Αυτοί είναι οι δρόμοι των αποφοίτων των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών (ΑΕΑ) στην Ελλάδα.

Οι πτυχιούχοι ξεκινούν στα 18 τους για ιερείς και για θέσεις στους ναούς, αλλά καταλήγουν να ψάχνουν θέσεις θεολόγων και μουσικών στη δημόσια εκπαίδευση. Πλέον το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, σε συνεννόηση με την Εκκλησία της Ελλάδος, προχωρεί σε πλήρη αναδιάταξη του τοπίου στις τέσσερις ΑΕΑ της χώρας, σύμφωνα με το σχέδιο που παρουσιάζει η «Κ».

Στόχος είναι η αναβάθμιση των ιερατικών σπουδών της χώρας, καθώς το επίπεδο των φοιτητών είναι χαμηλό και οι βάσεις εισαγωγής κινούνται ανάμεσα στις 5.000 και τις 7.000 μονάδες με άριστα τις 20.000. Το 2020 εισήχθησαν στις τέσσερις ΑΕΑ συνολικά 200 απόφοιτοι λυκείου.

«Ο εξορθολογισμός και η μεταρρύθμιση του εκκλησιαστικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι απαραίτητα όχι μόνο για προφανείς λόγους κόστους, αλλά, κυρίως, γιατί είναι όρος για την επιβίωσή του. Σε μια χώρα όπου το 97% του πληθυσμού της είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, είναι ηλίου φαεινότερον ότι το μορφωτικό επίπεδο του κλήρου επηρεάζει το σύνολο της κοινωνίας και τις δυνατότητες της Ελλάδας να αντιμετωπίσει κάθε είδους κρίσεις – όπως απέδειξε και η πρόσφατη εμπειρία του κορωνοϊού. Ιερείς που πήραν πτυχίο από σχολές όπου η βάση είναι 6 μονάδες με άριστα το 20, δεν είναι πρόβλημα μόνο για την Εκκλησία αλλά για ολόκληρη την κοινωνία», ανέφερε στην «Κ» ο γ.γ. Θρησκευμάτων, Γεώργιος Καλαντζής.

«Οταν προ ετών ο νυν Αρχιεπίσκοπος επισκέφθηκε την Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών, οι σπουδαστές της δεν τον αναγνώρισαν» θυμάται, μιλώντας στην «Κ», εκκλησιαστικός παράγοντας.

Ειδικότερα, εκτός από τα Τμήματα Θεολογίας σε ΕΚΠΑ και ΑΠΘ, υπάρχουν τέσσερις ΑΕΑ σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Κρήτη, με δύο προγράμματα η κάθε μία. Ολες έχουν πρόγραμμα ιερατικών σπουδών (για κληρικούς), ενώ στις ΑΕΑ Αθήνας και Θεσσαλονίκης υπάρχει πρόγραμμα διαχείρισης εκκλησιαστικών κειμηλίων και στις ΑΕΑ Ιωαννίνων και Κρήτης πρόγραμμα εκκλησιαστικής μουσικής και ψαλτικής, με στόχο οι απόφοιτοί τους να προσληφθούν από την Εκκλησία στις αντίστοιχες θέσεις.

Ωστόσο, η Εκκλησία δεν έκανε ποτέ καμία πρόσληψη. Το αποτέλεσμα ήταν εντελώς αναμενόμενο. Οι απόφοιτοι των ιερατικών τμημάτων ζητούν να αποκτήσουν δικαίωμα διδασκαλίας των Θρησκευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ήδη μάλιστα μία από τις ΑΕΑ ξεκίνησε την προσπάθεια να δίνεται διδακτική επάρκεια στους αποφοίτους της) και οι απόφοιτοι των μη ιερατικών τμημάτων να αποκτήσουν τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων των Τμημάτων Συντήρησης Αρχαιοτήτων και των Μουσικών Σπουδών. 

Το σχέδιο της κυβέρνησης προβλέπει τη διατήρηση δύο ΑΕΑ, στην Αθήνα (ως έδρα της Εκκλησίας της Ελλάδος) και στην Κρήτη (που ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο). Τα προγράμματα σπουδών ψαλτικής και συντήρησης κειμηλίων σχεδιάζεται να συγχωνευθούν με τμήματα των ΑΕΙ με αντικείμενο μουσικής και συντήρησης αρχαιοτήτων, και οι απόφοιτοί τους θα μπορούν με έναν επιπλέον χρόνο σπουδών στα νέα τμήματα να πάρουν πτυχίο που θα τους εξασφαλίζει πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

Οι ΑΕΑ είναι υποστελεχωμένες και το εκπαιδευτικό τους έργο βασίζεται στις αποσπάσεις εκπαιδευτικών από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό είναι συνολικά 37 άτομα. Θα μπορούν να παραμείνουν στις δύο ΑΕΑ ή να μεταταχθούν σε τμήματα ΑΕΙ. Πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ του μονίμου προσωπικού βρίσκονται και επιστήμονες εγνωσμένου κύρους με δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά και ικανότητες οι οποίες θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στις θεολογικές σπουδές εντός και εκτός της χώρας.

Υβριδική δομή εκπαίδευσης για υποψήφιους ιερείς

anadiataxi-kai-anavathmisi-ton-ieratikon-spoydon0
Στις Πανελλαδικές, χιλιάδες παιδιά δήλωναν τα ιερατικά τμήματα χωρίς να θέλουν να γίνουν ιερείς. Φωτ. ΙΝΤΙΜΕ ΝΕWS

Στον χριστιανισμό, η Ελλάδα έχει μια πολύ ιδιαίτερη θέση. Η αρχαία ανατολική χριστιανοσύνη μιλούσε και μιλάει τα αλεξανδρινά ελληνικά, τη γλώσσα του Ευαγγελίου. Αλλά και η δυτική χριστιανοσύνη αναγνωρίζει στην ελληνική γλώσσα μια ξεχωριστή θέση, ισάξια των λατινικών, καθώς η ελληνική είναι η πρωτότυπη γλώσσα του Ευαγγελίου και των Μεγάλων Πατέρων της αρχαίας ενωμένης χριστιανοσύνης. 

Αυτή η ιδιαίτερη θέση είναι μια ζώσα πραγματικότητα γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί όχι μόνο να είναι ζωντανή αλλά και να αποτελεί την πίστη της μεγάλης πλειονότητας του Ελληνισμού απανταχού της γης. Συγχρόνως, τα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία –δηλαδή τα τέσσερα Πατριαρχεία που συναποτελούσαν μαζί με τη Ρώμη την Πενταρχία, την ηγεσία της ενωμένης χριστιανοσύνης έως το 1054– είναι ελληνορθόδοξα (Greek Orthodox) Πατριαρχεία.

Με την ευκαιρία των 200 ετών από την Επανάσταση, ο μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίων, ο πρόεδρος του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, μεταξύ άλλων ανέφερε: «Γιατί όμως δεν μένουμε αδιάφοροι για την ημερομηνία αυτή; Και μόνο επειδή η πίστη μας έχει τις καταβολές της στην ελληνική γλώσσα και στην ελληνική θεολογία. Εχουμε συνηθίσει ότι η Εκκλησία μας αποκαλείται η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας. Αλλά ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί ότι μέχρι την επανάσταση του 1917 η Εκκλησία μας αποκαλείτο η Ορθόδοξη Ελληνοκαθολική Ρωσική Εκκλησία».

Γι’ αυτό και η Ελλάδα από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής της ως ανεξάρτητου κράτους, συνειδητοποιώντας τη μοναδική της θέση και την ιδιαίτερη ευθύνη που αυτή συνεπάγεται, προσπάθησε να δημιουργήσει ένα εκκλησιαστικό εκπαιδευτικό σύστημα με στόχο την ανόρθωση του μορφωτικού επιπέδου του κλήρου. Συγχρόνως, η Θεολογική Σχολή ήταν μία από τις τέσσερις του πρώτου πανεπιστημίου της χώρας (και των Βαλκανίων) το 1837.

Η Θεολογική Σχολή της Αθήνας, και αργότερα της Θεσσαλονίκης, αποτέλεσαν και αποτελούν παγκόσμιο σημείο αναφοράς για τις ορθόδοξες θεολογικές σπουδές, ενώ συγχρόνως –ειδικά το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ– προσελκύουν πλήθος αλλοδαπών φοιτητών οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις διακρίνονται στις τοπικές τους Εκκλησίες (μεταξύ άλλων ο νυν Πατριάρχης Αντιοχείας έχει λάβει το διδακτορικό του από το Τμήμα του ΑΠΘ).

Οι θεολογικές σχολές λειτουργούσαν –και λειτουργούν– με διαφορετική στόχευση και διαφορετικούς όρους από τις ιερατικές σχολές της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Αυτές ακριβώς οι ανώτερες ιερατικές σχολές με τον νόμο 3432/2006 μετονομάστηκαν σε Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες (ΑΕΑ) με στόχο να δίνουν ιερατική μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου σε όσους ήθελαν να γίνουν ιερείς. Ο νόμος 3432/2006 ήταν απόλυτα σαφής στις προθέσεις και στις επιδιώξεις του. Η μόνη προοπτική των αποφοίτων των ιερατικών τμημάτων των ΑΕΑ ήταν –και είναι– να γίνουν κληρικοί της Εκκλησίας και αντίστοιχα των μη ιερατικών τμημάτων να προσληφθούν από την Εκκλησία σε αντίστοιχες θέσεις.

Οι ΑΕΑ αποτέλεσαν μια προσπάθεια Πολιτείας και Εκκλησίας να δημιουργήσουν μια υβριδική εκπαιδευτική δομή ώστε να παρέχεται ιερατική –και όχι θεολογική– εκπαίδευση σε τριτοβάθμιο επίπεδο. Δύο ήταν οι κρίσιμες παράμετροι αυτής της υβριδικής δομής ώστε να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Πρώτον, ότι στα ιερατικά τμήματα έπρεπε να φοιτούν μόνο άρρενες, ενώ θα έπρεπε να εξασφαλίζεται ότι θα εισέρχονταν μόνο όσοι επρόκειτο να γίνουν κληρικοί – άρα όσοι είχαν τη σχετική έγκριση της Εκκλησίας. Η δεύτερη παράμετρος δεν τηρήθηκε ποτέ, γιατί το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό το προτεινόμενο Π.Δ. από το ΥΠΑΙΘ, καθώς η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση γίνεται αποκλειστικά μέσω των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Το αποτέλεσμα ήταν χιλιάδες παιδιά να δηλώσουν τα τέσσερα ιερατικά τμήματα χωρίς να θέλουν να γίνουν ιερείς – και σε πολλές περιπτώσεις χωρίς να έχουν καμία σχέση με την Εκκλησία.

Οπως λέει στην «Κ» ο γ.γ. Θρησκευμάτων, «τόσο ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος όσο και η υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Νίκη Κεραμέως έχουν πλήρη επίγνωση της θέσης και της ευθύνης της Εκκλησίας της Ελλάδος και του κράτους για την υποστήριξη της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης. Οι λόγοι ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας».