ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Επιλέγουμε τη θωράκιση των εργαζομένων

epilegoyme-ti-thorakisi-ton-ergazomenon-561390232

Στις αλλαγές στα εργασιακά, που προωθεί η κυβέρνηση μέσω νομοσχεδίου και αναμένεται να κυριαρχήσουν το αμέσως επόμενο διάστημα στην επικαιρότητα, αναφέρεται ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης, μέσω συνέντευξης στην «Κ», τονίζοντας πως «απέναντι στον πολιτικό στρουθοκαμηλισμό της ακινησίας επιλέγουμε ενεργητικά τη θεσμική θωράκιση των εργαζομένων». Ο κ. Γεραπετρίτης απαντά συγκεκριμένα στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης για το οκτάωρο και τις υπερωρίες, σημειώνοντας πως «υπάρχει συνειδητή παραπληροφόρηση για το θέμα των ωρών εργασίας, για να εξυπηρετηθούν μικροκομματικά συμφέροντα», ενώ προαναγγέλλει παρεμβάσεις για τις απεργίες που κρίνονται παράνομες. Παράλληλα, ο υπουργός Επικρατείας αναφέρεται στην περαιτέρω άρση των μέτρων που έχουν επιβληθεί λόγω κορωνοϊού και τονίζει πως, παρά το μεγάλο πακέτο στήριξης εργαζομένων και επιχειρήσεων, δεν προκύπτει κάποιος ορατός κλυδωνισμός στα δημοσιονομικά της χώρας. Τέλος, ενόψει της συνάντησης των κ. Μητσοτάκη και Ερντογάν, υπογραμμίζει πως «δεν μπορεί παρά να αντιλαμβανόμαστε όλοι την ανάγκη όχι απλώς ενός ήρεμου καλοκαιριού, αλλά και μιας διαρκούς καλής γειτονίας».

– Ο χρόνος μετράει αντίστροφα για την κατάθεση του εργασιακού νομοσχεδίου. Κατηγορείστε ότι καταργείτε το οκτάωρο, με πρόσχημα ότι τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας θα τη ζητάει ο εργαζόμενος. Ομως, τι διαπραγματευτική δύναμη έχει ο τελευταίος για να αρνηθεί;
– Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας δεν αποτελεί νεοπαγή πολιτική, αφού ισχύει ήδη από το 1990 ως θεσμός και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η εισφορά του νομοσχεδίου συνίσταται στο ότι, εφόσον δεν υπάρχει συλλογική σύμβαση, η διευθέτηση θα μπορεί να γίνεται και σε ατομικό επίπεδο, ώστε ο εργαζόμενος, εφόσον το επιθυμεί, να διευκολύνεται στην προσωπική και κοινωνική του ζωή. Μόνο με δική του πρωτοβουλία και συναίνεση ο εργαζόμενος μπορεί να επιλέξει τη διευθέτηση του εργασιακού χρόνου – ο εργοδότης δεν μπορεί να την επιβάλει μονομερώς. Επειδή ακριβώς αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι σε μια εργασιακή σχέση ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η εργασιακή αυθαιρεσία, το ίδιο το νομοσχέδιο μεριμνά ώστε να υπάρχουν αποτελεσματικές δικλίδες ασφαλείας, που θα αναχαιτίζουν προσπάθειες εργοδοτικής καταστρατήγησης. Αφενός, προβλέπεται ότι είναι άκυρη η απόλυση για άρνηση του εργαζομένου να προτείνει διευθέτηση του χρόνου υπό το καθεστώς απειλής του εργοδότη. Αφετέρου, αξιοποιώντας τα άλματα που συντελούνται στον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας, καθιερώνεται η ψηφιακή κάρτα εργασίας με την οποία θα είναι δυνατός ο έλεγχος σε πραγματικό χρόνο της τήρησης του ωραρίου εργασίας. Με τον τρόπο αυτόν, το νομοσχέδιο βάζει τάξη στο πεδίο της εργασίας, που ήταν κοινός τόπος ότι υπέφερε από την υποδηλωμένη εργασία, τις απλήρωτες υπερωρίες και τον εργοδοτικό καταναγκασμό. Απέναντι στον πολιτικό στρουθοκαμηλισμό της ακινησίας επιλέγουμε ενεργητικά τη θεσμική θωράκιση των εργαζομένων, όσων σήμερα βρίσκονται στην εργασία, αλλά και όσων ενταχθούν στο μέλλον. Εμείς δεν ήλθαμε για να συντηρούμε προβλήματα δεκαετιών και να τα μεταφέρουμε στην επόμενη πολιτική ηγεσία, αλλά να δίνουμε άμεσες και ριζικές λύσεις.

– Κατηγορείστε, επίσης, ότι αντικαθιστάτε την πληρωμή των υπερωριών με ημέρες άδειας. Ομως, με βάση το ύψος των μισθών, οι εργαζόμενοι χρειάζονται χρήματα και όχι άδειες.
– Είναι προφανές πως υπάρχει συνειδητή παραπληροφόρηση για το θέμα των ωρών εργασίας, για να εξυπηρετηθούν μικροκομματικά συμφέροντα. Σας αναφέρω, λοιπόν, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν καταργείται το οκτάωρο ημερησίως, δεν καταργούνται οι 40 ώρες εβδομαδιαίως και δεν αποζημιώνονται υπερωρίες με ρεπό. Ούτε βεβαίως θα μπορούσε να καταργηθεί η οκτάωρη εργασία, στο μέτρο που αποτελεί μέρος του διεθνούς δικαίου για την προστασία των εργαζομένων. Εφόσον ο ίδιος ο εργαζόμενος το προτείνει και το αποδεχθεί, διευθετεί τον χρόνο εργασίας του μέσα στην εβδομάδα, στον μήνα ή στο εξάμηνο. Πέραν του χρόνου της διευθέτησης ή εφόσον δεν επιθυμεί καθόλου διευθέτηση, ο εργαζόμενος παραμένει στο τυπικό καθεστώς των υπερωριών. Και μάλιστα το όριο των υπερωριών αυξάνεται στις 150 ώρες τον χρόνο, από 96 στη βιομηχανία και 120 στους λοιπούς κλάδους, ώστε να υπάρχει δυνατότητα των εργαζομένων για μεγαλύτερο εισόδημα, εφόσον το επιθυμούν. Αρα είναι πρόδηλο ότι τον απόλυτο έλεγχο στην κατανομή του χρόνου εργασίας τον διατηρεί ο εργαζόμενος κατά την κρίση του. Και όχι μόνο αυτό. Το νομοσχέδιο εισάγει για πρώτη φορά –νομίζω μάλιστα ότι εδώ έγκειται η πιο ρηξικέλευθη ρύθμισή του– το δικαίωμα αποσύνδεσης του εργαζομένου κατά τον χρόνο που δεν εργάζεται. Αυτό σημαίνει ότι ο εργαζόμενος όχι μόνο διευθετεί κατ’ επιλογήν του την κατανομή του χρόνου εργασίας, αλλά δικαιούται μονομερώς να ζητήσει από τον εργοδότη να μη λαμβάνει καμία εργασιακή όχληση κατά τον χρόνο που δεν εργάζεται. Ούτε τηλέφωνο ούτε ηλεκτρονικό μήνυμα. Διασφαλίζουμε τους όρους εργασίας, στεγανοποιούμε τον προσωπικό χρόνο των εργαζομένων.

– Η αντιπολίτευση υποστηρίζει, παράλληλα, ότι παρεμβαίνετε στο δικαίωμα της απεργίας, όταν προβλέπεται προσωπικό ασφαλείας που μπορεί να φθάσει το 40%.
– Οι διατάξεις που αφορούν την απεργία και το προσωπικό ασφαλείας είναι ρυθμίσεις κοινής λογικής, εξυπηρετούν την κοινωνία και επιδιώκουν να βάλουν τάξη σε ένα άναρχο σήμερα τοπίο. Οι συλλογικές διεκδικήσεις είναι απολύτως θεμιτές και, προφανώς, κάθε απεργία έχει ένα στοιχείο ανεκτής ταλαιπωρίας, αλλά δεν πρέπει τα συνταγματικά όπλα των εργαζομένων να χειραγωγούνται από τους λίγους για να εκβιάζεται η κοινωνία. Πρώτον, διασφαλίζεται η ελάχιστη εγγυημένη υπηρεσία σε κρίσιμους τομείς κοινής ωφελείας, όπως είναι οι μεταφορές. Για να εξασφαλίζεται η αδιάλειπτη υπηρεσία, προβλέπεται το ένα τρίτο της συνήθους παροχής. Μάλιστα, το ποσοστό αυτό μπορεί να μειωθεί σε συγκεκριμένο κλάδο έπειτα από τεκμηριωμένο αίτημα ή συμφωνία των κοινωνικών εταίρων. Δεύτερον, προβλέπεται ότι αν μια απεργία κηρυχθεί παράνομη από τη Δικαιοσύνη, δεν επιτρέπεται η επαναπροκήρυξή της από δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια οργάνωση. Ας συμφωνήσουμε στα αυτονόητα. Κανένας δεν είναι υπεράνω του νόμου και όλοι οφείλουμε να σεβόμαστε τις δικαστικές αποφάσεις. Μια νόμιμη απεργία δυναμώνει τη δημοκρατία. Οι παράνομες απεργίες, που τελικά λαμβάνουν χώρα, προσβάλλουν τους θεσμούς και την κοινωνία και θα πρέπει να σταματήσουν.

– Υπήρξαν κυβερνητικά νομοσχέδια που στήριξε το ΚΙΝΑΛ. Δεν σας προβληματίζει ότι αυτή τη φορά συντάσσεται με τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ;
– Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, η κυβέρνηση λογοδοτεί, αλλά και τα κόμματα κρίνονται. Κρίνονται για την ψήφο τους στη Βουλή, αλλά και για τις πολιτικές θέσεις που διατυπώνουν. Δυστυχώς, σε ένα νομοσχέδιο που δεν αφορά μόνο το σήμερα αλλά και το αύριο του τόπου, αισθάνομαι ότι πρυτανεύει η πολιτική σκοπιμότητα. Διότι πού, αλήθεια, διαφωνεί η αντιπολίτευση; Στην εισαγωγή της ψηφιακής κάρτας εργασίας και στην ενδυνάμωση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας για ουσιαστικό έλεγχο της εργοδοσίας; Στην ενίσχυση της γονικής άδειας, στην προστασία της μητρότητας από τη σύλληψη έως 18 μήνες μετά τον τοκετό, στην καθιέρωση της άδειας πατρότητας 14 εργασίμων ημερών (που μας αναβαθμίζει στις πρώτες θέσεις των κρατών του ΟΟΣΑ) και στην προστασία των πατέρων από απόλυση για 6 μήνες μετά τον τοκετό; Στη διεύρυνση των απαγορευμένων λόγων απόλυσης; Στην εισαγωγή, επιτέλους, στο εσωτερικό μας δίκαιο των κανόνων διεθνούς προστασίας από οποιαδήποτε μορφή εργοδοτικής βίας και παρενόχλησης; Στο δικαίωμα αποσύνδεσης των εργαζομένων κατά τις μη εργάσιμες ημέρες και ώρες, ώστε να προλαμβάνεται η εργασιακή αλλοτρίωση; Στην εξίσωση των αποζημιώσεων των εργατοτεχνιτών με τους υπαλλήλους, που μέχρι πρότινος υπολογίζονταν σε λίγα μόνο ημερομίσθια; Στο τέλος της ημέρας, διαφαίνεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει εύλογη διαφωνία για τα συντριπτικά περισσότερα κεφάλαια του νομοσχεδίου, που εξάλλου αποτελούν ενωσιακό δίκαιο και καλές πρακτικές που μας φέρνουν κοντά στα ισχύοντα στα περισσότερα ευρωπαϊκά συστήματα. Δεχόμαστε την κριτική, αλλά η ανέξοδη πολιτική άρνηση δημιουργεί στασιμότητα, που εντέλει βλάπτει τους ίδιους του εργαζομένους και την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας για δημιουργία νέων και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας. Οταν κάποιοι θέλουν να μείνουμε στο παρελθόν, εμείς νοιαζόμαστε για το μέλλον.

– Στο μέτωπο του κορωνοϊού παρατηρείται αποσυμπίεση του συστήματος υγείας, ωστόσο τα ημερήσια κρούσματα παραμένουν πολλά. Μήπως δεν έπρεπε να ανοίξουν τόσο πολλές δραστηριότητες σε τόσο σύντομο διάστημα;
– Ο υψηλός αριθμός των κρουσμάτων δεν αποτελεί χαρακτηριστικό δείκτη. Και τούτο διότι έχει αυξηθεί γεωμετρικά ο αριθμός των διενεργούμενων τεστ, ιδίως λόγω της αξιοποίησης των οικιακών αυτοδιαγνωστικών τεστ που παρέχονται από το κράτος σε μεγάλο αριθμό συμπολιτών μας –δηλώνονται εβδομαδιαίως στο σύστημα περίπου 3,5 εκατομμύρια τεστ- ώστε τελικά να ελέγχεται καλύτερα η πανδημία, αφού διαγιγνώσκονται ασυμπτωματικοί φορείς. Υπό την έννοια αυτή, πιο αντιπροσωπευτικά στοιχεία είναι ο σημαντικά μειωμένος δείκτης θετικότητας και η αποσυμπίεση του συστήματος υγείας. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εξαιρετική πορεία του εμβολιαστικού εγχειρήματος με 6 εκατομμύρια δόσεις έως σήμερα και σχεδόν 4 εκατομμύρια πολίτες εμβολιασμένους με τουλάχιστον μία δόση, τη μεγάλη ψυχική πίεση της κοινωνίας και τις δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας, θεωρώ πως είναι μονόδρομος να ανοίξουμε σταδιακά την κοινωνία και την οικονομία, όπως άλλωστε έπραξαν και όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Είναι, πάντως, κρίσιμο να μην εφησυχάζουμε και να τηρούμε τα μέτρα πρόληψης και προφύλαξης που είναι ακόμη σε ισχύ.

Ισχυρά διπλωματικά ερείσματα

– Στις 14 του μηνός θα πραγματοποιηθεί η συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Ταγίπ Ερντογάν. Θεωρείτε πως μπορεί να μπουν οι βάσεις για διευθέτηση των μεγάλων θεμάτων, όπως οι θαλάσσιες ζώνες, ή ο ρεαλιστικός στόχος είναι ένα «ήρεμο καλοκαίρι»;
– Ξεκινάμε με τη βασική παραδοχή ότι η επανέναρξη των διερευνητικών επαφών συνιστά από μόνο του γεγονός σημαντικό ύστερα από αδράνεια πέντε ετών. Θα πρέπει να διατηρούνται διαρκείς δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών, σε επίπεδο κορυφής αλλά και σε όλα τα διπλωματικά επίπεδα, ώστε να αποσυμπιέζονται εντάσεις και να οικοδομείται κλίμα αμοιβαίου σεβασμού και εμπιστοσύνης. Χάρη στην εξωτερική πολιτική της η Ελλάδα έχει οικοδομήσει ισχυρά διπλωματικά ερείσματα, ενώ αποδεικνύει όποτε απαιτηθεί και σημαντική επιχειρησιακή ισχύ. Οι διαφωνίες μας με την Τουρκία έχουν καταγραφεί με σαφήνεια και αυτό επιτρέπει έναν ειλικρινή διάλογο. Απομένει η Τουρκία να αποδεχθεί ως βάση συζήτησης το διεθνές δίκαιο και να απέχει από επιθετικές ενέργειες και εχθροπαθή ρητορεία. Σε πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης, δεν μπορεί παρά να αντιλαμβανόμαστε όλοι την ανάγκη όχι απλώς ενός ήρεμου καλοκαιριού, αλλά και μιας διαρκούς καλής γειτονίας.

Είμαστε αξιόπιστοι

– Η κυβέρνηση στήριξε επιχειρήσεις και εργαζομένους κατά την πανδημία, αλλά το χρέος αυξήθηκε. Υπάρχει κίνδυνος να «τιμωρηθούμε» από τις αγορές;
– Η πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική πολιτεία έχει στηρίξει την αγορά και την εργασία με τρόπο που δεν έχει προηγούμενο στη μεταπολίτευση. Τόσο με μέτρα προσαρμοσμένα στις ανάγκες της πανδημίας όσο και με μόνιμα μέτρα που κατατείνουν πρωτίστως στην ελάφρυνση της μεσαίας τάξης. Οι ενισχύσεις αυτές, που υπολογίζονται σε 40 δισ. ευρώ έως το τέλος του έτους, βασίστηκαν στον δανεισμό της χώρας με ιστορικά χαμηλά επιτόκια, ιδίως λόγω της αξιοπιστίας της ελληνικής κυβέρνησης και της συνετούς δημοσιονομικής διαχείρισης. Την αξιοπιστία αυτή διαπιστώνουν οι οίκοι αξιολόγησης και οι θεσμοί στις εκθέσεις ενισχυμένης εποπτείας της χώρας μας, καθώς και επιχειρηματικοί κολοσσοί, όπως η Microsoft, η Pfizer και η Volkswagen, που εμπιστεύονται επενδυτικά την Ελλάδα. Λόγω ακριβώς αυτής της συστημικής υγείας, που φαίνεται να έχει κατακτήσει η ελληνική οικονομία ήδη πριν από την έκρηξη της πανδημίας, δεν προκύπτει οποιοσδήποτε ορατός κλυδωνισμός στα δημοσιονομικά της χώρας. Αλλωστε, το χρέος χαρακτηρίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους θεσμούς ως βιώσιμο, καθόσον μάλιστα οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο.

Δίνουμε λύσεις στη μεταλυκειακή εκπαίδευση

– Η πανδημία είχε αντίκτυπο –και μάλιστα μεγάλο– και στους μαθητές, ειδικά της Γ΄ Λυκείου. Γιατί η κυβέρνηση δεν κάνει δεκτή την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ να μην ισχύσουν φέτος οι βάσεις εισαγωγής που οδηγούν σε μείωση των εισακτέων;
– Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας για να αντιλαμβάνεται χρόνιες παθογένειες στον χώρο. Κατέχουμε το ρεκόρ εισαγωγής νέων στα πανεπιστήμια (περίπου 8 στους 10 υποψηφίους), το αρνητικό ρεκόρ αποφοιτούντων κατ’ έτος (περίπου 3 στους 10 φοιτητές), το αρνητικό ρεκόρ ποσοστιαίας αποφοίτησης κατ’ έτος (9% έναντι μέσου όρου 24% στην Ευρωπαϊκή Ενωση) και παρ’ όλα αυτά είμαστε στις τελευταίες θέσεις των χωρών του ΟΟΣΑ τόσο στο ποσοστό απασχόλησης των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όσο και των νέων αποφοίτων. Το 2019 είχαμε το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στους πτυχιούχους ΑΕΙ ηλικίας 25-39, με αποτέλεσμα μαζική φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. Τα ΤΕΙ καταργήθηκαν και ενσωματώθηκαν άκριτα στα πανεπιστήμια, ενώ η προηγούμενη κυβέρνηση προχώρησε χωρίς καμία μελέτη σκοπιμότητας στην ίδρυση δεκάδων νέων τμημάτων με μόνο κριτήριο τη γεωγραφική ψηφοθηρία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μακρόχρονη και αποτυχημένη πρακτική της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο υποψηφίων με βαθμό 1 και 2 στα 20 είναι εντελώς αδιέξοδη, αφού τα παιδιά δεν ενδιαφέρονται για τη σχολή τους και σπανίως αποφοιτούν, ενώ οι σχολές αυτές υποβαθμίζονται ακόμη περισσότερο. Για πρώτη φορά φέτος οι υποψήφιοι θα έχουν δύο επιλογές την ώρα της συμπλήρωσης του μηχανογραφικού, είτε για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο μέσω Πανελλαδικών Εξετάσεων είτε για εισαγωγή σε δημόσιο ινστιτούτο επαγγελματικής κατάρτισης μέσω απολυτηρίου και σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής και εγγραφών που ισχύουν σε κάθε δημόσιο ΙΕΚ για την έναρξη του εξαμήνου κατάρτισης. Με τον τρόπο αυτό αναβαθμίζουμε τα βιώσιμα τμήματα και δημιουργούμε ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις μεταλυκειακής εκπαίδευσης που ανταποκρίνονται σε σύγχρονα δεδομένα και βελτιώνουν σημαντικά τις δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων.

– Η κυβέρνηση είχε προτάξει τα ζητήματα της ασφάλειας. Ομως, βρίσκεται σε εξέλιξη ένας «πόλεμος της νύχτας» με συνεχείς δολοφονίες. Υπάρχουν ευθύνες και πώς μπορεί να μπει ένα τέλος στο φαινόμενο;
– Το ζήτημα της βίας είναι πολυπαραγοντικό, διεθνές και ανατρέχει δεκαετίες. Στο πεδίο αυτό έχουν γίνει σημαντικά βήματα. Στο τελευταίο πεντάμηνο έχουν μειωθεί στην Αθήνα ληστείες, κλοπές και κλοπές οχημάτων κατά 35%, 21% και 10%, αντιστοίχως, σε σχέση με το οικείο διάστημα του 2020. Στο δυναμικό της Αστυνομίας προστέθηκαν 1.680 νέοι αστυνομικοί στις καθημερινές περιπολίες και έγινε προμήθεια 3.260 οχημάτων, εκ των οποίων 670 δίκυκλα. Επιπλέον, την τελευταία διετία αποδόθηκε στους πολίτες δημόσιος χώρος ο οποίος παρακρατείτο για μακρό χρόνο λόγω της έλλειψης πολιτικής βούλησης να απομακρυνθούν οι καταπατητές. Βεβαίως, μεμονωμένα εγκλήματα που ταράσσουν την κοινή γνώμη, όπως αυτό των Γλυκών Νερών, και δολοφονίες ανθρώπων της νύχτας δικαιολογημένα καλλιεργούν την ανασφάλεια των πολιτών. Με υψηλό αίσθημα καθήκοντος, η Ελληνική Αστυνομία θα εντείνει το έργο της για την προστασία των πολιτών.