Αρθρο του Νίκου Αλιβιζάτου στην «Κ»: Είναι η Ελλάδα νησίδα ηρεμίας στη σημερινή Ευρώπη;

Αρθρο του Νίκου Αλιβιζάτου στην «Κ»: Είναι η Ελλάδα νησίδα ηρεμίας στη σημερινή Ευρώπη;

Σε μια τρικυµισµένη Ευρώπη, όπου ακόμη και στις σκανδιναβικές χώρες διακυβεύονται οι μεγάλες κατακτήσεις της σοσιαλδημοκρατίας και του κράτους δικαίου, η Ελλάδα, λίγα μόλις χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια, μοιάζει με νησίδα ηρεμίας. Δεν είναι μόνον οι επιδόσεις της οικονομίας της και οι έπαινοι που διατυπώνονται κάθε τόσο από έγκυρα διεθνή χείλη που […]

4' 27" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Σε μια τρικυµισµένη Ευρώπη, όπου ακόμη και στις σκανδιναβικές χώρες διακυβεύονται οι μεγάλες κατακτήσεις της σοσιαλδημοκρατίας και του κράτους δικαίου, η Ελλάδα, λίγα μόλις χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια, μοιάζει με νησίδα ηρεμίας. Δεν είναι μόνον οι επιδόσεις της οικονομίας της και οι έπαινοι που διατυπώνονται κάθε τόσο από έγκυρα διεθνή χείλη που συνθέτουν αυτή την εικόνα. Είναι και η αίσθηση πολιτικής σταθερότητας που εκ πρώτης όψεως αναδίδει η άσκηση της εξουσίας, ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο, από μια κυβέρνηση με πειθαρχημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Εχουν έτσι τα πράγματα; Ή μήπως, κάτω από τη σχεδόν ειδυλλιακή αυτή εικόνα, κοχλάζει και σε εμάς ένα κύμα προς το παρόν μόνον απογοήτευσης, έτοιμο ωστόσο να παρασυρθεί από το ρεύμα της αγανάκτησης που, εδώ και μερικά χρόνια, απειλεί τα βάθρα και των πιο ώριμων δημοκρατιών της Ευρώπης;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, ακόμη και για τους πιο αυστηρούς κριτές, τελικά τα πήγαμε καλά με τη θύελλα των μνημονίων. Με δυσβάστακτες ασφαλώς θυσίες και χάρη στην αλληλεγγύη των εταίρων μας, βγήκαμε αλώβητοι από την κρίση. Οπως μου έλεγε προ καιρού Γάλλος συνάδελφος, στη χώρα του, μια περικοπή της τάξης του 25% των μισθών και του 30% των συντάξεων θα προκαλούσε ασύγκριτα οξύτερες αντιδράσεις· προπάντων θα οδηγούσε σε μια χωρίς προηγούμενο εκτίναξη των άκρων.

Σε εμάς, αυτό δεν συνέβη. Υπό ιδανικές συνθήκες για τους «αντισυστημικούς», η μεν Χρυσή Αυγή δεν ξεπέρασε ποτέ το 7%, στο δε άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, ούτε το ΚΚΕ, οι κ. Βαρουφάκης και Λαφαζάνης επωφελήθηκαν. Σε αυτό –και θα το πω αν και ξέρω ότι πολλοί αναγνώστες της «Κ» θα σουφρώσουν το φρύδι– συνέβαλε και ο Αλέξης Τσίπρας. Γιατί, αν και το 62% του δημοψηφίσματος και πολλά επιφανή στελέχη του τον ωθούσαν στη ρήξη, αυτός δεν ενέδωσε στον οπορτουνισμό. Τουναντίον, το καλοκαίρι του 2015 πραγματοποίησε την ευρωπαϊκή στροφή του, όχι μόνον στο όνομα του ρεαλισμού, αλλά, όπως νομίζω, και επειδή την πίστευε.

Από εκεί και πέρα, οι άνετες εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας το 2019 και προ πενταμήνου έδειξαν ότι, μετά τον κουρνιαχτό των μνημονίων, ο κόσμος θέλει καταλλαγή. Να πρόκειται για έναν ακόμη «θρίαμβο» μετά τις άλλες «καταστροφές» της νεότερης ιστορίας μας, που έχει περιγράψει στο γνωστό βιβλίο του ο Στάθης Καλύβας;

Το ποσοστό της αποχής στις τελευταίες εκλογές είναι η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας. Σε αυτούς που αδιαφορούν για την πολιτική θα βρει γόνιμο έδαφος ο απλοϊκός λόγος των δημαγωγών.

Σε ποιαν Ευρώπη όμως συμβαίνουν όλα αυτά; Οπως μου έλεγε ο ίδιος Γάλλος φίλος, η χώρα του βρίσκεται σήμερα εκεί όπου βρισκόταν η Ελλάδα το 2010. Δεν αναφερόταν τόσο στην οικονομία, όσο στην τεράστια σύγχυση που προκαλεί η κρίση αξιών που βιώνουν σήμερα και οι πιο ανεπτυγμένες δυτικές δημοκρατίες. Κρίση αξιών, αλλά και κρίση αντιπροσώπευσης. Ενώ η κ. Μελόνι συμπληρώνει ένα χρόνο στην κυβέρνηση, οι Γάλλοι διερωτώνται αν υπάρχει τρόπος να ανακοπεί η επέλαση της κ. Λεπέν προς την εξουσία. (Ασφαλώς όχι με τον αριστερό λαϊκισμό του κ. Μελανσόν, θα έλεγα.) Ο Βίκτορ Ορμπαν βρήκε σύμμαχο στον νέο πρωθυπουργό της Σλοβακίας, ενώ ακροδεξιά κόμματα συγκυβερνούν σε χώρες όπως η Αυστρία, η Σουηδία και η Φινλανδία. Στις προχθεσινές εκλογές της Ολλανδίας, εξάλλου, ο ακροδεξιός Βίλντερς βγήκε πρώτος. Οσο για τη Γερμανία, μόνον ανατριχίλα προκαλεί η άνοδος των ακροδεξιών «Εναλλακτικών». Εξαίρεση στην καταθλιπτική αυτή γεωγραφία αποτελεί η Πολωνία: εξέπεμψε ένα αισιόδοξο μήνυμα, με τον Ντόναλντ Τουσκ να αναδεικνύεται σε φυσιογνωμία ευρωπαϊκού βεληνεκούς. Η στρατηγική του θα άξιζε να μελετηθεί ως μοντέλο προς μίμηση από τους Ευρωπαίους δημοκράτες.

Αν στα ανωτέρω προσθέσει κανείς τους δύο πολέμους που διεξάγονται στην ευρύτερη γειτονιά μας και τον αστάθμητο παράγοντα που λέγεται Ταγίπ Ερντογάν, θα αντιληφθεί ότι ο κόσμος στον οποίο πορευόμαστε δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Πολύ περισσότερο που δεν θα πρέπει να αποκλείεται του χρόνου ούτε μια νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το ανησυχητικό ποσοστό της αποχής στις τελευταίες εκλογές –ξεπέρασε το 50% τον περασμένο Ιούνιο– είναι για εμένα η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας. Δείχνει ότι ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας αδιαφορεί για την πολιτική. Σε αυτούς, κατά πρώτο λόγο, θα βρει γόνιμο έδαφος ο απλοϊκός λόγος των πάσης φύσεως δημαγωγών που, ακολουθώντας τον δρόμο των Ευρωπαίων ομολόγων τους, θα προσπαθήσουν να ψαρέψουν ψήφους στην ανασφάλεια και την οικονομική ανέχεια που πλήττει ένα μεγάλο τμήμα των συμπολιτών μας, ποντάροντας και στις διαρκώς διευρυνόμενες ανισότητες. Ο κίνδυνος είναι η κρίση αντιπροσώπευσης, που σήμερα διαφαίνεται, να μετεξελιχθεί σε κρίση της δημοκρατίας και σε εμάς.

Η ευθύνη για να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο ανήκει πρωτίστως στην κυβέρνηση. Θέλω να πιστεύω ότι, από φόβο του πολιτικού κόστους, δεν θα εγκαταλείψει τις μεταρρυθμίσεις που έχει εξαγγείλει. Και ότι, χωρίς αυτάρεσκη προπέτεια, αλλά αναζητώντας τις ευρύτερες δυνατές συναινέσεις, θα προχωρήσει με συνέπεια, σεβόμενη το Σύνταγμα.

Η δημοσκοπική άνοδος του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, από την άλλη, αν και προς το παρόν παραμένει περιορισμένη, δίνει μια καινούργια προοπτική. Γιατί ο ιστορικός κύκλος του ΣΥΡΙΖΑ έχει κλείσει. Οχι τώρα με την εκλογή ενός ανεκδιήγητου ηγέτη, αλλά από το 2019, όταν δεν μπόρεσε να προσαρμόσει τον λόγο του στα νέα δεδομένα. Αρκεί, ως δεύτερο πλέον κόμμα, το ΠΑΣΟΚ να συνειδητοποιήσει τις δικές του αδυναμίες και να προβάλει συγκεκριμένες θέσεις για τις μεγάλες εκκρεμότητες της χώρας. Θέλω να πιστεύω ότι, για να το πετύχει, η νέα γενιά στελεχών του δεν θα εγκλωβιστεί στα στερεότυπα μιας αντιδεξιάς ρητορείας όπως η παλαιότερη, αλλά θα πορευτεί ανοιχτή στα ρεύματα των καιρών και πιστή στις διαχρονικές παρακαταθήκες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή