ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι φοβάται η Ευρώπη από τις εκλογές

ti-fovatai-i-eyropi-apo-tis-ekloges-2064996

Ηταν μια ηλιόλουστη, διαπεραστικά κρύα μέρα στην Ανατολική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο ταξίδι με το τρένο από τη Νέα Υόρκη στην Ουάσιγκτον, τα ποτάμια και οι λίμνες ήταν επί το πλείστον παγωμένα. Στην αίθουσα Somers, στο ισόγειο του φημισμένου Ινστιτούτου Brookings, λίγα μέτρα από την Dupont Circle, έπνεε ένας εξίσου παγερός αέρας την περασμένη Τρίτη. Το θέμα της στρογγυλής τραπέζης που είχε διοργανώσει ο αντιπρόεδρος του ινστιτούτου, Κεμάλ Ντερβίς, ήταν το βιβλίο του γράφοντος για την ελληνική κρίση, αλλά και οι τρέχουσες –και ακόμα περισσότερο οι προσεχείς– εξελίξεις στην Ελλάδα. Μεταξύ των συμμετασχόντων ήταν ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ στην τρόικα, Ρίσι Γκογιάλ, το στέλεχος του Brookings και πρώην αντιπρόεδρος της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ Ντον Κον, αναλυτές από άλλες κορυφαίες δεξαμενές σκέψης (AEI, Center for American Progress, Bruegel), καθώς και μέλη της ελληνικής και ελληνoαμερικανικής κοινότητας της αμερικανικής πρωτεύουσας.

Η ιδιωτική αυτή συζήτηση, όπως αναμενόταν, εστίασε στις προθέσεις και στα διαπραγματευτικά περιθώρια μιας κυβέρνησης με βασικό εταίρο τον ΣΥΡΙΖΑ. Στο επίκεντρο βρέθηκε το ζήτημα της μετάδοσης της κρίσης―αλλά όχι πλέον με την οικονομική της διάσταση, όπως σε παλαιότερες φάσεις, αλλά με την πολιτική. Ο ψυχρός αέρας συνίστατο στην αίσθηση απαισιοδοξίας για τις εξελίξεις, την οποία συνόψισε ένας εκ των ομιλητών με τη φράση: «Δεν βλέπω διέξοδο».

Ο προεξάρχων φόβος των Ευρωπαίων, όπως προέκυψε από τη συζήτηση, δεν είναι η εξάπλωση του ιού του οικονομικού πανικού, ξεκινώντας από τους καταθέτες των ελληνικών τραπεζών, αλλά οι πολιτικές συνέπειες της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι επιλογές που θα κάνει ο κ. Τσίπρας, αν αναδειχθεί πρωθυπουργός μετά τις 25 Ιανουαρίου, ενδιαφέρουν κυρίως δύο σημαντικούς παίκτες στα ευρωπαϊκά πράγματα. Ο πρώτος είναι η Γερμανία: ακόμα κι αν δεν πιστέψουμε τις πρόσφατες διαρροές για τη νέα χαλαρότητα της κυβέρνησης Μέρκελ προς το ενδεχόμενο του Grexit (στις οποίες αξίζει μια στάση υγιούς σκεπτικισμού), είναι βέβαιο ότι είναι ακόμα λιγότερο χαλαρή απέναντι στο ενδεχόμενο ένα αντιμνημονιακό κόμμα να αναλάβει την εξουσία και να πετύχει ουσιώδεις παρεκκλίσεις από τη γραμμή της λιτότητας. Στην Ισπανία, άλλωστε, οι βουλευτικές εκλογές της οποίας απέχουν το πολύ έντεκα μήνες, οι δημοφιλείς Podemos, αδελφό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ήδη μιλούν για αναπροσαρμογή του δημόσιου χρέους. Αν ο κ. Τσίπρας τηρήσει σκληρή στάση και του βγει, θα ανοίξει η όρεξη πολλών άλλων.

Κι έτσι οδηγούμαστε στον δεύτερο βασικό παίκτη που θα παρακολουθεί με αγωνία τα πεπραγμένα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ: τους Ευρωπαίους Σοσιαλδημοκράτες. Στη συζήτηση στο Brookings έγινε αναφορά στον Πέδρο Σάντσεζ, επικεφαλής των Ισπανών Σοσιαλιστών, ο οποίος επισκέφθηκε την Ουάσιγκτον την περασμένη εβδομάδα για συναντήσεις με την Κριστίν Λαγκάρντ και τον επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Λευκού Οίκου. Οι Σοσιαλιστές υπολείπονται του Podemos στις δημοσκοπήσεις και ο κ. Σάντσεζ έχει επιδοθεί σε μια εκστρατεία για να αποδείξει ότι το κόμμα του μπορεί να καταστεί παράγοντας αλλαγής στην ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, χωρίς την αναταραχή που συνεπάγεται η πιο συγκρουσιακή προσέγγιση του Podemos.

Στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτής, ο επικεφαλής των Ισπανών Σοσιαλιστών παρέχει πλέον ανοιχτά στήριξη στο ελληνικό αίτημα για περαιτέρω ανακούφιση του δημοσίου χρέους. Οπως τονίστηκε στη συζήτηση στο Brookings, η στάση αυτή είναι ευθεία συνάρτηση της απειλής που αποτελεί, στα μάτια των Ευρωπαίων Σοσιαλδημοκρατών, ο κ. Τσίπρας. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπορέσει να επιβάλει τις βασικές του θέσεις και να καρπωθεί πολιτικά το πρώτο ρήγμα στο βορειοευρωπαϊκό τείχος της λιτότητας, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα χάσει τον λόγο ύπαρξής της. Αρα το κίνητρο για τους απανταχού κεντροαριστερούς να εμφανιστούν ως υπέρμαχοι στη μάχη για αλλαγή οικονομικής πολιτικής είναι ισχυρό –όπως συμπέρανε συγκεκριμένος ομιλητής– και είναι κάτι που μπορεί να αποβεί προς όφελος μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στη διαπραγμάτευση με την τρόικα.

Αναγκαία συνθήκη αλλά…

Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, όπως παρατήρησαν άλλοι, είναι ίσως αναγκαία συνθήκη για την πολιτική μακροημέρευση μιας αριστερής κυβέρνησης στην Αθήνα, αλλά δεν είναι ικανή. Η περαιτέρω απομείωση του χρέους, που, όπως εκ νέου σημειώθηκε, πολύ δύσκολα θα λάβει τη μορφή διαγραφής («κουρέματος»), δεν βοηθάει ιδιαίτερα στα κρίσιμα επόμενα χρόνια. Οι πρώτες λήξεις δανείων του EFSF είναι το 2022, ενώ έως τότε υπάρχει και περίοδος χάριτος. Τα πρώτα εκ των διμερών δανείων λήγουν το 2028. Η μόνη αναπροσαρμογή χρέους του επίσημου τομέα με άμεσες θετικές συνέπειες για το δημοσιονομικό ισοζύγιο αφορά τα ομόλογα της ΕΚΤ.

Οπως τονίστηκε, αυτό που έχει πραγματική σημασία για τη μεσοπρόθεσμη πορεία της ελληνικής οικονομίας είναι η χαλάρωση των ασφυκτικών δημοσιονομικών στόχων και η επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρεται πολύ για το πρώτο, αλλά έχει επιδείξει αδιάλλακτη αντιπάθεια προς το δεύτερο―ιδιαίτερα τα εργασιακά και τις ιδιωτικοποιήσεις.

Χωρίς υποχωρήσεις στα διαρθρωτικά, αποκλείεται να του δοθούν δημοσιονομικές διευκολύνσεις (λόγω του φόβου της πολιτικής μετάδοσης). Από την άλλη, αν υπάρξουν ουσιώδεις υποχωρήσεις στο πλαίσιο συμφωνίας με την τρόικα, θα πείσει ο κ. Τσίπρας τους πιο ριζοσπάστες συντρόφους του να τις ασπαστούν; Το τρόπαιο είναι μεγάλο―μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την αγορά κρατικών ομολόγων της Ελλάδας από την ΕΚΤ σε επίπεδα που θα βυθίσουν τις αποδόσεις τους. Ωστόσο ο δρόμος προς αυτό είναι ένα ναρκοπέδιο ιδεολογικών αγκυλώσεων, που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ θέλει να διαβεί.