ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πώς φθάσαμε στο εκλογικό αποτέλεσμα της Κυριακής

pos-fthasame-sto-eklogiko-apotelesma-tis-kyriakis-2066275

Η διαφορά των 8,5 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ (36,3%) και της Ν.Δ. (27,8%) προκάλεσε εντύπωση αλλά όχι έκπληξη, τουλάχιστον σε όσους διάβαζαν σωστά τις δημοσκοπήσεις όλη την προηγούμενη περίοδο. Το τελικό αποτέλεσμα προέκυψε από ένα σύνολο παραγόντων που επέδρασαν τόσο κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα του Ιανουαρίου όσο και μήνες νωρίτερα. Τρεις από αυτούς επισημαίνονται παρακάτω:

1. Η κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ στη μακρά προεκλογική περίοδο

Ο τελευταίος χρόνος πριν από τις εθνικές εκλογές συνιστά ένα είδος μακράς προεκλογικής περιόδου υπό την έννοια πως ό,τι γίνεται κατά τη διάρκειά του επηρεάζει στη συνέχεια τις εκλογικές επιδόσεις των κομμάτων. Το 2014 ήταν το έτος που ο ΣΥΡΙΖΑ επέβαλε την ατζέντα του στη δημόσια συζήτηση (κατάργηση του Μνημονίου) και παγίωσε την κυριαρχία του έναντι της Ν.Δ. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν από την αρχή του χρόνου, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τις ευρωεκλογές, πως ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κατακτήσει σημαντικό δημοσκοπικό προβάδισμα (4-6%), εξαιρετικά δύσκολο να αντιστραφεί στο μικρό διάστημα που απέμενε από τη στιγμή που προκηρύχθηκαν οι εκλογές επισήμως. Γενικότερα, τέτοιες διαφορές σπανίως καλύπτονται. Με την εξαίρεση των εκλογών του 2000, όπου το ΠΑΣΟΚ πέτυχε την ανατροπή στην κυριολεξία στο νήμα, ποτέ άλλοτε στη Μεταπολίτευση, κόμμα που εισήλθε δεύτερο στην επίσημη προεκλογική περίοδο δεν κατάφερε να αντιστρέψει το εις βάρος του κλίμα. Αντίθετα, το πιο πιθανό ήταν η ψαλίδα να ανοίξει υπέρ του κόμματος που προηγείτο, όπως και τελικά συνέβη. Ως εκ τούτου, το τι διαδραματίστηκε τις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες του προεκλογικού αγώνα έχει σχετική σημασία ως προς τον τελικό νικητή.

2. Η ατελής πόλωση

Η στρατηγική της Ν.Δ. φάνηκε από νωρίς. Επιχειρήθηκε να πολωθεί η αναμέτρηση μέσω της ανάδειξης μιας ρητορικής φόβου. Επιπλέον έγινε προσπάθεια η αντιπαράθεση να πάρει χαρακτήρα αναμέτρησης μεταξύ δύο προσώπων: του Αντ. Σαμαρά και του Αλ. Τσίπρα. Η Ν.Δ. θεώρησε αφενός πως η ανασφάλεια των πολιτών για τις οικονομικές επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης νίκης του ΣΥΡΙΖΑ θα περιόριζε τις μετακινήσεις ψήφων προς τον αντίπαλό της και αφετέρου πως το δημοσκοπικό προβάδισμα του Αντ. Σαμαρά έναντι του Αλ. Τσίπρα στην ικανότητα διακυβέρνησης θα μπορούσε να φέρει την καμπάνια στα μέτρα της. Τα αποτελέσματα της παραπάνω στρατηγικής υπήρξαν περιορισμένα.

Πράγματι, η προεκλογική περίοδος λειτούργησε πολωτικά (ο δικομματισμός αύξησε τις δυνάμεις του από 57% σε 64%) και συνέβαλε όχι μόνο στον περιορισμό των απωλειών της Ν.Δ. προς τρίτους αλλά και στη μετακίνηση προς αυτήν ψηφοφόρων μικρότερων κομμάτων (ΑΝΕΛ, ΠΑΣΟΚ). Ομως, η Ν.Δ. δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τις δικές της μεγάλες απώλειες προς τον ΣΥΡΙΖΑ (περίπου 3% του εκλογικού σώματος). Η μετακίνηση ψηφοφόρων της Ν.Δ. κατευθείαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν κάτι που παρατηρούνταν αρκετό καιρό νωρίτερα, όμως αυξήθηκε τις τελευταίες εβδομάδες και ουσιαστικά καθήλωσε τη Ν.Δ. στο 27-28%. Αρκετοί από τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της Ν.Δ. βρήκαν αυτή τη φορά καταφύγιο όχι στα μικρά κόμματα αλλά στον βασικό της αντίπαλο, έχοντας πιθανόν την προσδοκία πως τα πράγματα θα καλυτερέψουν με μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Το δίπολο Σαμαράς – Τσίπρας δεν λειτούργησε καθόλου υπέρ της Ν.Δ. Η υποτονική παρουσία του πρώην πρωθυπουργού και κυρίως η μη πραγματοποίηση του ντιμπέιτ είχαν καθοριστικό ρόλο σε αυτό.

Τέλος, ένας παράγοντας που δεν ευνόησε τη στρατηγική πόλωσης της Ν.Δ. υπήρξε ο εκλογικός νόμος. Από τη στιγμή που εμπεδώθηκε η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, το ζήτημα δεν ήταν τα ποσοστά του δεύτερου κόμματος αλλά η δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας του πρώτου κόμματος με κάποιο μικρότερο. Ετσι εξηγείται η διάσωση των ΑΝΕΛ την τελευταία εβδομάδα.

3. Η διπλή μετακίνηση προς τον ΣΥΡΙΖΑ

Εχει συστηματικά υποστηριχθεί πως δίπλα στη διαιρετική τομή Αριστεράς – Δεξιάς, από το 2010 κι έπειτα εμφανίστηκε μια νέα διαίρεση, αυτή μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών». Ετσι αποδείχτηκαν συγκοινωνούντα δοχεία ψηφοφόροι κομμάτων που γειτνίαζαν όχι μόνο στον άξονα Αριστερά – Δεξιά αλλά και στον άξονα Μνημόνιο – Αντιμνημόνιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε έτσι αμφίπλευρα κέρδη, καθώς επωφελήθηκε από τη διαίρεση Δεξιάς – Αριστεράς, αλλά και από τη διαίρεση Μνημόνιο – zΑντιμνημόνιο.

* Ο κ. Ν. Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.