ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στήριξη από «53 +» στον Σκουρλέτη

stirixi-apo-53-ston-skoyrleti-2157329

Η χρονική σύμπτωση της έναρξης της διαπραγμάτευσης για τη δεύτερη αξιολόγηση με την κορύφωση των διεργασιών για την «ενηλικίωση» του ΣΥΡΙΖΑ φέρνει τον κ. Αλ. Τσίπρα απέναντι σε διπλό μέτωπο. Η πορεία της διαπραγμάτευσης και η –κατά τον ίδιο– άμεσα συναρτώμενη συζήτηση για το χρέος εξελίσσονται σε crash test για την παράταση του κυβερνητικού βίου. Την ίδια στιγμή, η με όρους κυριαρχίας προσπάθεια να ελεγχθεί το κομματικό τοπίο εντείνει τις αντιδράσεις και συσπειρώνει επιμέρους ομαδοποιήσεις σε έναν ενιαίο πόλο που αντιτίθεται σε μια τέτοια εξέλιξη, μεταφέροντας την κομματική – ιδεολογική αντιπαράθεση στην ασκούμενη κυβερνητική πολιτική.

Αυτό το σύνθετο πλέγμα αντίρροπων δυνάμεων αποτυπώνεται με τον πλέον γλαφυρό τρόπο στην αντιπαράθεση που έχει εκδηλωθεί με επίκεντρο την σταθερή αντίθεση του υπουργού Ενέργειας Πάνου Σκουρλέτη στην πώληση του 17% της ΔΕΗ. Ο κ. Τσίπρας, καθιστώντας σαφή τη δυσαρέσκειά του για την άρνηση του κ. Σκουρλέτη να μετακινηθεί στο κόμμα, δεν τον συμπεριέλαβε στην πρότασή του για τη σύνθεση της νέας Πολιτικής Γραμματείας. Ο υπουργός Ενέργειας από την πλευρά του φρόντισε να διαμηνύσει ότι σε περίπτωση που διαχωρισθεί ο τομέας της Ενέργειας από το χαρτοφυλάκιό του, θα προτιμούσε να μην παραμείνει στην κυβέρνηση. Ο ίδιος ο κ. Σκουρλέτης ήδη από την προηγούμενη εβδομάδα είχε διαμηνύσει ότι η αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ δεν είναι μια προσωπική «σταυροφορία», αλλά αποτελεί πόλο ισχυρής συσπείρωσης δυνάμεων στο εσωτερικό του κόμματος, που θα δημιουργήσουν πρόβλημα στην κυβέρνηση σε περίπτωση που αποφασίσει να προχωρήσει στην πώληση του 17%. Χθες, η εκτίμησή του αυτή στην ουσία επιβεβαιώθηκε, έπειτα από δημόσια παρέμβαση της κίνησης των «53+». Επιλέγοντας με σαφήνεια στρατόπεδο, οι «53» προτρέπουν «να δώσουμε μαζί τη μάχη ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις στον ενεργειακό τομέα» και δίνουν πολιτικά – ιδεολογικά και κατά δεύτερο λόγο οικονομικά χαρακτηριστικά στην επιμονή των δανειστών για ιδιωτικοποιήσεις στον χώρο της ενέργειας. Χαιρετίζουν την «επιτυχία του υπουργείου Ενέργειας υπό τον Π. Σκουρλέτη όσον αφορά τη διατήρηση του Δημοσίου Ελέγχου των Δικτύων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ)» και τοποθετούν απέναντι σε αυτήν την προσπάθεια όχι μόνο τους δανειστές, αλλά και τους «προθύμους» εντός της χώρας, στους οποίους συγκαταλέγουν τη διοίκηση του ΤΑΙΠΕΔ. Να σημειωθεί ότι εδώ και καιρό από το πρωθυπουργικό περιβάλλον διαμηνύεται ότι στην αντιπαράθεση του κ. Σκουρλέτη με τον επικεφαλής του ΤΑΙΠΕΔ, ο κ. Στ. Πιτσιόρλας απολαύει της εμπιστοσύνης του πρωθυπουργού. Τέλος, οι «53» προσδίδουν στην προσπάθεια για διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της ενέργειας απολύτως ιδεολογικό πρόσημο σε σχέση με την ασκούμενη πολιτική, καθώς, όπως αναφέρουν, «δεν θα μπορούμε μετά να λέμε για αριστερή πολιτική “στο περιθώριο των μνημονίων”. Θα έχουμε χάσει τα εργαλεία που θα μας την επιτρέπουν».

Οσον αφορά τη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής και την ανάδειξη της νέας Πολιτικής Γραμματείας την περασμένη Κυριακή μετά την επανεκλογή του κ. Π. Ρήγα ως γραμματέα του κόμματος, ο κ. Τσίπρας παρείχε πλήρη κάλυψη και στήριξη στον Ν. Παππά για το θέμα των τηλεοπτικών αδειών. Αναφορικά με την πρότασή του για τη στελέχωση της Πολιτικής Γραμματείας, η Κ.Ε. έστειλε σαφές μήνυμα κατά της προσπάθειας διαμόρφωσης ενιαίου κέντρου για τον έλεγχο κόμματος και κυβέρνησης και δεν εξέλεξε την κ. Ολγα Γεροβασίλη και τον κ. Αριστείδη Μπαλτά. Δεν πέρασε απαρατήρητη, τέλος, η επιστροφή στην κεντρική πολιτική σκηνή της κ. Ρένας Δούρου, η οποία εξελέγη στην Πολιτική Γραμματεία.

Επίπονη διαπραγμάτευση στον ορίζοντα

«Δεν είμαστε εκεί που θα θέλαμε, δεν μπορούμε να πούμε ότι τα πράγματα είναι απλά, αλλά είμαστε ακόμα στην αρχή». Αυτή ήταν η αποτίμηση συνεργατών του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, μετά τον πρώτο κύκλο συναντήσεων κυβερνητικών στελεχών με τους εκπροσώπους των εταίρων και δανειστών, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης για τη δεύτερη αξιολόγηση. Είναι σαφές, πάντως, ότι από αυτόν τον πρώτο κύκλο συναντήσεων, η κυβερνητική αισιοδοξία ότι η δεύτερη αξιολόγηση θα είναι πολύ πιο εύκολη και σημαντικά πιο απλή από την πρώτη δείχνει να έχει μετριασθεί. Στην κυβέρνηση εμφανίζονται ιδιαίτερα προβληματισμένοι από τα θέματα που μπαίνουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης και τη διάχυτη αίσθηση περί αυξημένης πίεσης για νέα μέτρα, ενώ δείχνουν να βρίσκονται πιο κοντά στη δικαίωση όσοι εκτιμούσαν ότι οδηγούμαστε σε ένα χρονοβόρο γύρο διαβουλεύσεων. Πάντως, στο πρωθυπουργικό επιτελείο επενδύουν στην εκτίμηση ότι στην έναρξη της διαπραγμάτευσης ήταν αναμενόμενο πως η άλλη πλευρά θα προσέλθει με τις πλέον μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις και προτάσεις, τις οποίες αναμένουν ότι σύντομα θα μετριασθούν. Παράλληλα, ξορκίζουν το ενδεχόμενο χρονικής παράτασης των διαπραγματεύσεων πέραν του τέλους του έτους. Η κυβέρνηση και προσωπικά ο πρωθυπουργός έχουν διαμηνύσει σε όλους τους τόνους ότι πριν από το τέλος του χρόνου θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η συμφωνία διευθέτησης του χρέους και ενδεχόμενη διάψευση αυτού του χρονοδιαγράμματος απειλεί στο σύνολό του το αφήγημα εξόδου της οικονομίας και της χώρας από την κρίση.

Στην Ευρωμεσογειακή

Χθες ο πρωθυπουργός φρόντισε, στο πλαίσιο του χαιρετισμού του στην Ευρωμεσογειακή Σύνοδο των Οικονομικών και Κοινωνικών Επιτροπών, να απευθύνει για άλλη μια φορά σαφές μήνυμα όσον αφορά την ανάγκη άμεσης εξειδίκευσης των μέτρων αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην τρέχουσα διαπραγμάτευση και ειδικότερα στο φλέγον ζήτημα των εργασιακών.

Οπως είπε, σε σχέση με τα εργασιακά, παραπέμποντας μάλιστα στη συμφωνία πέντε σημείων της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, στόχος είναι να επανέλθει η Ελλάδα στην ευρωπαϊκή κανονικότητα ως προς την προστασία των εργασιακών σχέσεων και την προστασία του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι δεν μπορεί η Ε.Ε. από τη μία να καθιστά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις υποχρεωτικό στοιχείο της εμπορικής συμφωνίας με τον Καναδά, που διαπραγματεύεται αυτή τη περίοδο, και την ίδια στιγμή «να αμφισβητεί αυτό το ευρωπαϊκό κεκτημένο, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, σε ένα κράτος-μέλος».

Αναφορικά με το χρέος, ο κ. Τσίπρας επανέλαβε ότι η Ελλάδα «τηρεί τις υποχρεώσεις της σε σχέση με μια πολύ δύσκολη συμφωνία», για να προσθέσει ότι η συμφωνία αυτή «αλλά και οι αποφάσεις του Eurogroup, τις οποίες τηρούμε απαρεγκλίτως, δεν δεσμεύουν μόνο την Ελλάδα. Δεσμεύουν και τους εταίρους μας». Και συνέχισε κάνοντας συγκεκριμένα αναφορά στην απόφαση του Eurogroup του περασμένου Μαΐου, η οποία, όπως υπογράμμισε, προσδιορίζει την υποχρέωση των εταίρων «να λάβουν τα απαραίτητα και αναγκαία εκείνα μέτρα για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους και την αποκατάσταση της βιωσιμότητάς του».

Ο κ. Τσίπρας συνέδεσε την ανάγκη άμεσων αποφάσεων για το χρέος με τις εκλογικές αναμετρήσεις σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες την επόμενη χρονιά, καθώς, όπως είπε, «εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ελληνικό ζήτημα, αλλά με ένα ζήτημα που αφορά το σύνολο της Ευρώπης» και «κανείς δεν θα επιθυμούσε να μετατραπεί η συζήτηση για το ελληνικό χρέος και την ελληνική κρίση σε βασικό πολιτικό επιχείρημα και όπλο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς».