ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΔΝΤ: «Δεν ζητάμε περισσότερη λιτότητα»

dnt-den-zitame-perissoteri-litotita-2164089

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Η γραμμή με την οποία προσέρχεται το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο αυριανό Eurogroup είναι ξεκάθαρη: θα τονίσει για μία ακόμη φορά ότι ο στόχος των πρωτογενών πλεονασμάτων είναι πολύ φιλόδοξος και ότι, αν δεν μειωθεί, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να δεσμευθεί σε περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και όχι σε δημοσιονομικά μέτρα, όπως η επέκταση του «κόφτη».

«To ΔΝΤ δεν ζητάει περισσότερη λιτότητα», λέει στην «Κ» αξιωματούχος του Ταμείου. «Ανεξάρτητα από τον δημοσιονομικό στόχο, πιστεύουμε ότι χρειάζονται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στη φορολογία εισοδήματος και τις συντάξεις, ώστε να δημιουργήσουν το δημοσιονομικό πεδίο για πιο φιλικές προς την ανάπτυξη πολιτικές». Παραπέμπει μάλιστα στα συμπεράσματα της πρόσφατης αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας, όπου τονίζεται ότι «μία δημοσιονομικά ουδέτερη εξισορρόπηση των πολιτικών μεσοπρόθεσμα προς χαμηλότερες συντάξεις και δικαιότερη κατανομή του φορολογικού βάρους είναι απαραίτητη ώστε ο δημόσιος τομέας να προσφέρει επαρκείς υπηρεσίες και κοινωνική βοήθεια στις ευάλωτες ομάδες, δημιουργώντας τις συνθήκες για επενδύσεις και ανάπτυξη».

Το ΔΝΤ φαίνεται ότι συμφωνεί με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος που θα παρουσιάσει στο αυριανό Eurogroup ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης, καθώς αυτά μειώνουν την καθαρή παρούσα αξία του ελληνικού χρέους και κινούνται στη γραμμή που και το ίδιο επιθυμεί, του κλειδώματος των σημερινών χαμηλών επιτοκίων στο μέλλον. Τα μέτρα θα επικαιροποιήσουν την ανάλυσή του για τη βιωσιμότητα του χρέους, με βάση την οποία θα λάβει την απόφαση για το αν θα συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα.

Σύμφωνα με αξιόπιστη πηγή της «Κ», έχουν ήδη γίνει οι συνεννοήσεις για το είδος του προγράμματος και το ποσό με το οποίο θα συμμετάσχει το ΔΝΤ, εφόσον βέβαια κρίνει ότι το χρέος είναι βιώσιμο. Το Ταμείο θα επιμείνει βέβαια στη συγκεκριμενοποίηση και των μακροπρόθεσμων μέτρων που προτίθενται να λάβουν οι Ευρωπαίοι, αλλά όχι και στην ποσοτικοποίησή τους. Καθώς όμως το ύψος των μέτρων εξαρτάται από τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος που θα συμφωνηθεί για την περίοδο μετά το πρόγραμμα, όσο πιο κοντά και για όσο περισσότερο αυτός παραμείνει στο 3,5% του ΑΕΠ, τόσο λιγότερες θα είναι οι απαιτήσεις του από τους Ευρωπαίους.

Γιατί πιέζει

Το ΔΝΤ θα προτιμούσε τη μείωση του στόχου, καθώς το προσωπικό του πρέπει να πάει στο εκτελεστικό του συμβούλιο με μια συμφωνία με τους Ευρωπαίους σε μια «αξιόπιστη στρατηγική». Πιέζει, λοιπόν, για ρεαλιστικούς στόχους, που, σύμφωνα με τη δική του ανάλυση, δεν θα πρέπει να ξεπερνούν το 1,5% του ΑΕΠ. Ωστόσο, αν οι Ευρωπαίοι επιμείνουν στο 3,5% του ΑΕΠ, τότε θα ζητήσει περισσότερες μεταρρυθμίσεις από την ελληνική κυβέρνηση και όχι, όπως τονίζει, δημοσιονομική προσαρμογή.

Οπως επισημαίνει ο αξιωματούχος του ΔΝΤ στην «Κ», τα συμπεράσματα της αξιολόγησης αναφέρουν ότι η Ελλάδα «δεν χρειάζεται περαιτέρω προσαρμογή για να διατηρήσει πρωτοφανή πρωτογενή πλεονάσματα». Παραπέμπει δε σε προηγούμενες δηλώσεις του Πόουλ Τόμσεν, σύμφωνα με τις οποίες στο ΔΝΤ «μπορούμε να υποστηρίξουμε στόχο 1,5% του ΑΕΠ. Αν η Ελλάδα και οι Ευρωπαίοι εταίροι συμφωνήσουν σε πιο φιλόδοξο στόχο, πρέπει να δούμε πώς θα βγαίνει αυτός».

Πηγή που γνωρίζει τη θέση του ΔΝΤ θυμίζει την περίπτωση του 2012, οπότε η τότε κυβέρνηση συμφώνησε με την τρόικα σε πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ παρά τις ενστάσεις του ΔΝΤ ότι δεν είναι ρεαλιστικό, καθώς Ευρωπαίοι και Ελληνες διαβεβαίωναν από κοινού ότι μπορεί να επιτευχθεί. Οπως τονίζει, τότε το Ταμείο είπε «δείξτε μας τις μεταρρυθμίσεις». Και ύστερα από μια μακρά και επώδυνη διαδικασία, αναγκάστηκε τελικά να μειώσει τους στόχους. «Με δεδομένη την προηγούμενη εμπειρία μη ικανοποίησης των μεταρρυθμίσεων, πρέπει να αντλεί κανείς τα συμπεράσματά του», τονίζει η ίδια πηγή.

Για το ΔΝΤ, αυτό σημαίνει ότι θέλει να δει μεταρρυθμίσεις που θα υποστηρίξουν τα πιο φιλόδοξα πρωτογενή πλεονάσματα. Εκτός από το συνταξιοδοτικό και το φορολογικό, εστιάζει επίσης στη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα και στην απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών. Καθώς μάλιστα αναγνωρίζει ότι αυτές οι αλλαγές θα επιβαρύνουν την ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα, δεν ζητάει την υιοθέτησή τους άμεσα αλλά μετά το 2018. Σε αυτό το πλαίσιο, αναμένεται να αντιδράσει στην πρόταση επέκτασης του «κόφτη», καθώς το θεωρεί δημοσιονομικό και όχι διαρθρωτικό μέτρο.