ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα κρίσιμα λάθη του κ. Αλ. Τσίπρα στη διαπραγμάτευση

ta-krisima-lathi-toy-k-al-tsipra-sti-diapragmateysi-2183236

Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι δύο κύριοι παίκτες στο στρατόπεδο των πιστωτών, η Γερμανία και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, φέρουν πολύ μεγάλες ευθύνες για την επικίνδυνη καθυστέρηση της δεύτερης αξιολόγησης. Ζούμε ξανά το αδιέξοδο του 2014; Το Βερολίνο είναι απρόθυμο να δεσμευτεί δημοσίως σε μέτρα ελάφρυνσης του χρέους και επιμένει στην επίτευξη ασφυκτικά αυστηρών δημοσιονομικών στόχων. Το Ταμείο, μη μπορώντας να μετακινήσει τους Γερμανούς και εξαιρετικά δύσπιστo απέναντι στην Ελλάδα, απαιτεί ολοένα και πιο σκληρά μέτρα, οδηγώντας τις διαπραγματεύσεις σε ναυάγιο. Ο Αλέξης Τσίπρας όμως το είχε παρακολουθήσει από κοντά αυτό το έργο τότε. Το πρώτο κρίσιμο λάθος του ήταν να θεωρήσει ότι θα πετύχαινε εκεί που απέτυχε ο Αντώνης Σαμαράς: ότι με τις μαξιμαλιστικές του θέσεις, την επιθετική διαπραγμάτευση του «τσαμπουκά» Γιάνη Βαρουφάκη και τη στήριξη του ευρωπαϊκού Νότου, θα πετύχαινε μια πολύ καλύτερη συμφωνία από ό,τι είχαν καταφέρει οι προηγούμενες κυβερνήσεις της εποχής των μνημονίων. Δύο και πλέον χρόνια αργότερα, μετά το φλερτ με την απόλυτη καταστροφή το καλοκαίρι του ’15 και με την οικονομία ξανά να παραπαίει, η αδυναμία του να διδαχθεί από τα λάθη του εξακολουθεί να παίζει καθοριστικό ρόλο. Εχοντας γαλουχηθεί πολιτικά στον μικρόκοσμο της ελληνικής Αριστεράς, παραμένει δέσμιος των αυταπατών του. Μετατρέπει τις επιθυμίες του σε αναλύσεις της πραγματικότητας, αποδίδει τις διαδοχικές αποτυχίες της κυβέρνησής του σε συνωμοσίες εχθρικών δυνάμεων και –το κυριότερο– εξακολουθεί να πατάει σε δύο βάρκες, διχασμένος μεταξύ συμμόρφωσης και αντίστασης στο μνημόνιο που ο ίδιος υπέγραψε.

Αμφιθυμία και αυταπάτες

Η πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα βρέθηκε γρήγορα με την πλάτη στον τοίχο. Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ είχε προκαλέσει εκβιαστικά τις εκλογές του Ιανουαρίου, γαντζώθηκε στο αφήγημα της «αριστερής παρένθεσης». Παρουσίασε έτσι την υπογραφή της συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου ως αναγκαία αμυντική κίνηση απέναντι στο καταχθόνιο σχέδιο εναντίον του.

Η συμφωνία αυτή έδενε ουσιαστικά τη νέα κυβέρνηση στο άρμα των μνημονίων. Ο κ. Τσίπρας άργησε πολύ να το αποδεχθεί αυτό. Φοβούμενος τη ρήξη αλλά και έντρομος ενώπιον της συνθηκολόγησης, συνέχισε να αμφιταλαντεύεται. Μιλούσε για έντιμο συμβιβασμό και πολιτική διαπραγμάτευση, έθετε «κόκκινες γραμμές» που όλες τελικά ξεθώριαζαν, προεξοφλούσε συγκλίσεις που ποτέ δεν προέκυπταν και παράλληλα άφηνε τα ακραία στοιχεία του υπουργικού του συμβουλίου να πειραματίζονται με σενάρια χάους. Στα τέλη Ιουνίου, έχοντας μετακινηθεί στις θέσεις πέρα από τα όρια ανοχής της Κοινοβουλευτικής του Ομάδας, δείλιασε ενώπιον των ευθυνών του και τις μετέθεσε στο εκλογικό σώμα, με το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου.

Αλλά και μετά τη συμφωνία της 13ης Ιουλίου –τη Βάρκιζα του ΣΥΡΙΖΑ– και τη δεύτερη εκλογική του νίκη, η αμφιθυμία συνεχίστηκε. Ο κ. Τσίπρας καταδίκαζε το τρίτο μνημόνιο ως προϊόν επιβολής και λάθος συνταγή, την ίδια στιγμή που το υμνούσε για την ηπιότητά του και τη δέσμευση των δανειστών για νέα ελάφρυνση του χρέους. Επέτρεπε στους κ. Τσακαλώτο και Χουλιαράκη να προχωρούν τις διαπραγματεύσεις για τις αξιολογήσεις, αλλά και στους πιο αγωνιστές υπουργούς να τις υπονομεύουν με ενστάσεις, καθυστερήσεις, εγκάθετες τροπολογίες της τελευταίας στιγμής.

Στα κρίσιμα λάθη της δεύτερης θητείας του συγκαταλέγεται και η στάση του –που προέρχεται από ένα μείγμα ιδεοληψίας και τακτικισμού– απέναντι στο ΔΝΤ. Ακριβώς την εποχή που το Ταμείο στρεφόταν αποφασιστικά υπέρ σημαντικά χαμηλότερων στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα, ο πρωθυπουργός επικαλείτο τη συνομιλία Τόμσεν – Βελκουλέσκου που δημοσίευσαν τα WikiLeaks, όχι για να εκφράσει τον αποτροπιασμό του για την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών, αλλά για να κατακεραυνώσει τον διεθνή οργανισμό, διαστρεβλώνοντας τα λεγόμενα των αξιωματούχων του. Τους μήνες που ακολούθησαν, παρότι το Ταμείο αναδεικνυόταν στον πιο ισχυρό σύμμαχο της κυβέρνησης στα θέματα που αποτελούν το «ιερό δισκοπότηρο» της διαπραγμάτευσης –το χρέος και το μέγεθος των πλεονασμάτων–, ο κ. Τσίπρας και οι υπουργοί του συνέχισαν να το σφυροκοπούν.

Σήμερα, με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης να έχει καθυστερήσει πάνω από ένα χρόνο και με δεδομένη τη δυσκολία συνεννόησης ΔΝΤ – Γερμανίας, ο κ. Τσίπρας, αντιμέτωπος ξανά με τις αντιδράσεις της Κοινοβουλευτικής του Ομάδας, εξακολουθεί να παρατείνει την αγωνία. Η κυβέρνηση επιχειρεί να πουλήσει το διάτρητο αφήγημα των «μέτρων μηδενικού δημοσιονομικού αθροίσματος» και ελπίζει σε αλλαγή σκηνικού υπέρ της, ελέω Σουλτς.