ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Χωρίς απάντηση, μήνες μετά τη φωτιά

choris-apantisi-mines-meta-ti-fotia

Ο Γιάροσλαβ Κορζενιόφσκι θέλει να μάθει πώς πέθαναν η γυναίκα του και ο γιος του. Τελευταία φορά τους είδε στις 23 Ιουλίου στο Μάτι Αττικής, μέσα σε μια βάρκα με άλλα πέντε άτομα. «Ελα μαζί μας, οι Ελληνες θα μας σώσουν», θυμάται τη σύζυγό του, Μπεάτα, να φωνάζει. Προτίμησε να μην τους ακολουθήσει. Εκρινε ότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος για εκείνον και ότι εάν επιβιβαζόταν θα τους έθετε σε κίνδυνο. Οι ισχυρές ριπές ανέμου αγρίευαν τη θάλασσα, ο καπνός από την πυρκαγιά περιόριζε την ορατότητα. Εάν από μια λάθος κίνηση, ή πάνω στον πανικό, κάποιος κατέληγε στο νερό μπορεί και να μη γλίτωνε. «Φύγετε, θα τα καταφέρω», τους είπε, μέχρι που έχασε οπτική επαφή.

«Πίστευα ότι θα έφθαναν στο λιμάνι της Ραφήνας που βρίσκεται κοντά και ότι η βάρκα θα επέστρεφε και για τους υπόλοιπους», λέει στην «Κ» ο Πολωνός Γιάροσλαβ Κορζενιόφκσι. «Ηταν δύσκολο να αναπνεύσω, οι παλάμες μου καίγονταν, όλοι φώναζαν. Επικρατούσε χάος, οι άνθρωποι ήταν σε πανικό. Δεν υπήρξε βοήθεια. Νόμιζα ότι θα πέθαινα, αλλά απρόσμενα η φωτιά άλλαξε κατεύθυνση».

Την επόμενη ημέρα λέει ότι τον οδήγησαν σε ένα κοντέινερ στο λιμάνι της Ραφήνας. Κάποιος του άνοιξε την πόρτα. Σε δύο από τις τέσσερις σορούς που βρίσκονταν μπροστά του αναγνώρισε τη γυναίκα του και τον γιο του.

Πριν από τρεις εβδομάδες ο κ. Κορζενιόφσκι επέστρεψε στην Ελλάδα. Βρέθηκε ξανά, πρώτη φορά μετά τη φονική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου, στο Μάτι. Πήγε στο ξενοδοχείο όπου παραθέριζε, περπάτησε στην ίδια ακτογραμμή, επισκέφθηκε το Λιμεναρχείο στη Ραφήνα αναζητώντας απαντήσεις. Τα βήματά του ακολουθούσε και συνεργείο της ερευνητικής εκπομπής «Magazyn Sledczy Anity Gargas» του πρώτου κρατικού καναλιού της Πολωνίας, TVP1. Σε όποιον συναντούσε στην πληγείσα περιοχή έδινε ένα χαρτί με τη φωτογραφία της 38χρονης Μπεάτα και του 9χρονου Κάσπερ, το email του και μία λεζάντα γραμμένη στα ελληνικά και στα αγγλικά: «Είμαι από την Πολωνία, η γυναίκα μου και ο γιος μου σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια πυρκαγιών στο Μάτι (Αττική)». Σε όλους απηύθυνε το ίδιο ερώτημα: Τι συνέβη εκείνες τις κρίσιμες ώρες που χωρίστηκε με την οικογένειά του;

«Δεν θα ερχόμουν εδώ, αλλά θέλω να μάθω τι συνέβη και εάν θα μπορούσε να αποτραπεί, ξέρω ότι θα μπορούσε να μην είχε συμβεί» έγραψε σε επικοινωνία του μέσω email με την «Κ» ο κ. Κορζενιόφσκι μετά την επιστροφή του στην Πολωνία. Το πρόσφατο ταξίδι του στην Ελλάδα δεν έλυσε τις απορίες του.

Διαφυγή στη θάλασσα

Οταν η φωτιά σάρωσε τον οικισμό στο Μάτι, κάτοικοι και παραθεριστές είδαν ως μοναδική δίοδο διαφυγής τη θάλασσα. Τις πρώτες ώρες της καταστροφής, όσο ακόμη δεν είχε γίνει ευρύτερα γνωστό ότι άνθρωποι εγκλωβίστηκαν και κάηκαν στα οχήματά τους και σε άλλα σημεία του οικισμού, το Λιμενικό Σώμα με ναυαγοσωστικό σκάφος προσπαθούσε να εντοπίσει στη Βόρεια Ραφήνα δέκα αγνοούμενους Δανούς τουρίστες. Είχαν επιβιβαστεί σε φουσκωτή λέμβο για να γλιτώσουν από την πυρκαγιά και τηλεφώνησαν στην πατρίδα τους λέγοντας ότι κινδυνεύουν. Δύο εξ αυτών εντοπίστηκαν το βράδυ από ταχύπλοο επιβατηγό τρία ναυτικά μίλια ανατολικά της Ραφήνας και οι υπόλοιποι οκτώ βρέθηκαν από ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού. Ολοι τους ήταν σώοι.

Στην περίπτωση όμως της Μπεάτα Κορζενιόφσκα και του 9χρονου γιου της Κάσπερ παρεμένει άγνωστο το τι ακριβώς συνέβη. Σχεδίαζαν για καιρό τις διακοπές τους στο Μάτι. Σκόπευαν να μείνουν στην περιοχή για δύο εβδομάδες μαζί με άλλους 41 συμπατριώτες τους που έκαναν αυτό το ταξίδι με το ίδιο πρακτορείο. Ηταν η πρώτη τους φορά στην Ελλάδα.

«Η 23η Ιουλίου ξεκίνησε σαν όλες τις προηγούμενες ημέρες των διακοπών μας, ώσπου παρατήρησα ένα πυροσβεστικό ελικόπτερο να παίρνει νερό από τη θάλασσα. Ανησύχησα, αλλά μου είπαν από το ξενοδοχείο ότι ήμασταν ασφαλείς», λέει στην «Κ» ο κ. Κορζενιόφσκι. Λίγες ώρες αργότερα, όμως, τους έζωσε καπνός. Η φωτιά ερχόταν προς το μέρος τους.

choris-apantisi-mines-meta-ti-fotia0
Ο Κορζενιόφσκι, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στο Μάτι. Το καρέ είναι από την εκπομπή του πρώτου κρατικού καναλιού της Πολωνίας, «Magazyn Sledczy Anity Gargas».

Θυμάται κάποιον υπάλληλο στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου να τους φωνάζει να φύγουν. «Πήγαμε στο δωμάτιό μας για να φορέσουμε παπούτσια και να πάρω τα διαβατήριά μας», λέει ο κ. Κορζενιόφσκι. Είπε στη γυναίκα και στον γιο του να μην τον περιμένουν και να κατευθυνθούν προς την έξοδο. Θα αντάμωναν στην πισίνα του ξενοδοχείου. Οταν έφθασε στο σημείο της συνάντησης, δεν τους βρήκε. Τους είδε, τελευταία φορά ζωντανούς, μέσα σε μια βάρκα στη θάλασσα μαζί με τρεις άντρες και δύο μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες.

Μέχρι και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρο ποια ήταν αυτή η βάρκα, ούτε πόσοι και ποιοι επέβαιναν σε αυτή. Δεν είναι γνωστό εάν επρόκειτο για ψαροκάικο που είχε έρθει να βοηθήσει, ή εάν ήταν κάποιο μικρότερο σκάφος με εξωλέμβια μηχανή (όπως το περιέγραψε ο κ. Κορζενιόφσκι) που κάποιος άρπαξε για να διαφύγει από τη φωτιά.

Από το Ναυτικό Αθλητικό Ομιλο Ματιού επισημαίνουν στην «Κ» ότι δεν λείπει κανένα από τα σκάφη που ήταν δεμένα εκείνη την ημέρα στο λιμανάκι του οικισμού. Ως πιθανή, αλλά ανεπιβεβαίωτη εκδοχή, κάτοικοι της περιοχής θεωρούν ότι μητέρα και γιος δεν μπήκαν σε κάποια βάρκα αλλά έπεσαν στη θάλασσα, παρασύρθηκαν από το ρεύμα, ή λιποθύμησαν από τους καπνούς και πνίγηκαν. Συντρίμμια σκάφους δεν έχουν βρεθεί, ούτε έχει γίνει γνωστό εάν υπάρχει κάποια σχετική διαθέσιμη μαρτυρία για ναυάγιο. Ο κ. Κορζενιόφσκι δήλωσε στην «Κ» ότι την επόμενη ημέρα στο λιμάνι της Ραφήνας είδε πλάι στις σορούς της συζύγου του και του γιου του και τις σορούς των δύο γυναικών που επέβαιναν μαζί τους στην ίδια βάρκα. Ωστόσο, η «Κ» δεν κατόρθωσε να εξακριβώσει αυτόν τον ισχυρισμό.

Ο Ανταμ Γκορζέφσκι, εκπρόσωπος του τουριστικού πρακτορείου που είχε οργανώσει τις διακοπές των Πολωνών στο Μάτι, λέει στην «Κ» ότι έστειλαν ψυχολόγο για να βοηθήσει τον κ. Κορζενιόφσκι την ημέρα μετά τη φωτιά και ότι και αυτοί περιμένουν να μάθουν περισσότερα για τις συνθήκες υπό τις οποίες πέθαναν μητέρα και γιος.

Στο νούμερο 51 και 52 της λίστας με τα στοιχεία των θυμάτων, που εξέδωσε η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, βρίσκονται τα ονόματα της Μπεάτα-Τερέζα Κορζενιόφσκα και του Κάσπερ-Νικολάι. Ο θάνατός τους απασχόλησε τα ΜΜΕ της πατρίδας τους. Σε δημοσίευμά της πολωνική εφημερίδα ανέφερε ότι όσο η βάρκα τους παρασυρόταν από τα ρεύματα, η Μπεάτα τηλεφώνησε στον κουνιάδο της ζητώντας βοήθεια. «Προσευχηθείτε για εμάς», φέρεται να του είπε. Ο εισαγγελέας της πόλης Βαντοβίτσε, όπου έμεναν τα δύο θύματα, ξεκίνησε έρευνα για τις συνθήκες των θανάτων και έχει ζητήσει τη συνδρομή των ελληνικών δικαστικών αρχών.

«Ημασταν μόνοι»

Οπως εξηγεί στην «Κ» ο δικηγόρος Αλέξανδρος Παπαστεριόπουλος, ο κ. Κορζενιόφσκι πρόκειται να καταθέσει δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για την υπόθεση της φονικής πυρκαγιάς στην Ανατολική Αττική και έχουν ξεκινήσει ενέργειες για να καταθέσει και αγωγή για αποζημίωση. «Για εντελώς ανεξήγητο λόγο βρέθηκε πνιγμένο το ανήλικο παιδί του και η σύζυγός του. Κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει διευκρινίσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες χάθηκε η ζωή τους», δηλώνει ο κ. Παπαστεριόπουλος.

«Δυστυχώς, καθένας έπρεπε να βασιστεί στον εαυτό του. Ημασταν μόνοι», λέει ο Γιάροσλαβ Κορζενιόφσκι για τις συνθήκες που επικρατούσαν την 23η Ιουλίου. Εχουν περάσει πάνω από πέντε μήνες από την ημέρα της φωτιάς και ο Πολωνός διασωθείς βασανίζεται από ένα επίμονο ερώτημα: Πού βρίσκεται η βάρκα στην οποία είχαν ανέβει η γυναίκα και το παιδί του;