ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η γυναίκα… Ροζ Πάνθηρας αποκαλύπτεται

1--58

Μπορεί να έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την εποχή που η Σέρβα Ολιβέρα Τσίρκοβιτς βρισκόταν στην Ελλάδα, αλλά σίγουρα πολλοί θα τη θυμούνται ακόμα. Κάποιοι ως μία από τις καλύτερες μπασκετμπολίστριες που πέρασε από τα ελληνικά παρκέ, άλλοι ως μέλος της συμμορίας «Ροζ Πάνθηρες» με αμέτρητες ληστείες στο… βιογραφικό της. Η μοναδική γυναίκα που κατάφερε να αποδράσει από τις ελληνικές φυλακές παραμένει όμως μέχρι και σήμερα για τους περισσότερους ένα μυστήριο.

Η ίδια για χρόνια αρνούνταν να αποκαλύψει οτιδήποτε αφορούσε τη δράση της. Στις καταθέσεις της στα δικαστήρια ισχυριζόταν πως οι κατηγορίες ήταν κατασκευασμένες. Φέτος, όμως, αποφάσισε να εκδώσει ένα βιβλίο. Στο «Εγώ, η ροζ πάνθηρας» εξιστορεί –σχεδόν– τα πάντα. Από τα πρώτα ευτυχισμένα χρόνια στην ομάδα Παγκρατίου, το πώς μπήκε στη διαβόητη συμμορία, τα χρόνια στη φυλακή αλλά και το πώς απέδρασε ένα μεσημέρι του Ιουλίου. Η «Κ» βρήκε το βιβλίο, το μετέφρασε και σήμερα παρουσιάζει την ιστορία της, όπως την εξιστορεί η ίδια, φωτίζοντας τη δράση ενός κυκλώματος που ακόμα και σήμερα φαίνεται πως δρα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ίσως και στην Ελλάδα.

Η πρώτη εντύπωση

Το ελληνικό σκέλος της ιστορίας ξεκινάει το καλοκαίρι του 1992. Ταξίδευε για ώρες με λεωφορείο από το Βελιγράδι και ήταν κουρασμένη αλλά ενθουσιασμένη. Αφηνε πίσω μια διαλυμένη Γιουγκοσλαβία και έφθανε στη χώρα που ονειρευόταν πάντα να ζήσει. Ηδη τότε έπαιζε μπάσκετ σε επαγγελματικό επίπεδο και ήθελε να δοκιμάσει την τύχη της στην Αθήνα. Οταν όμως τελικά έφθασε και διέσχισε την πλατεία Ομονοίας απογοητεύτηκε: «Ηταν βρώμικη και γεμάτη από φτηνά ξενοδοχεία», γράφει.

Παρ’ όλα αυτά, γρήγορα αγάπησε την Αθήνα και κυρίως τους ανθρώπους της. Και εκείνοι από την πρώτη στιγμή την έκαναν να νιώθει σαν το σπίτι της. Από τα λουκούλλεια γεύματα στα οποία την καλούσαν –και την ανάγκαζαν να φάει μέχρι σκασμού…– μέχρι τα μπουζούκια, όπου έγινε θαμώνας. Τα χρόνια εκείνα ήταν από τα πιο ευτυχισμένα της ζωής της, η ομάδα ολοένα γινόταν καλύτερη, το ίδιο και εκείνη ως αθλήτρια. Στην Αθήνα, γνώρισε και τον μετέπειτα σύζυγό της. Ερωτεύτηκαν και όταν εκείνη έμεινε έγκυος επέστρεψε στο Βελιγράδι.

Τότε ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με ένα κύκλωμα που είχε ήδη πλοκάμια στην Ελλάδα: «Μέσω του άνδρα μου είχα καθημερινή επαφή με μια ομάδα που έφερνε κλοπιμαία από το εξωτερικό, κοσμήματα αλλά και επώνυμα ρούχα», γράφει. Κάποια στιγμή, της πρότειναν να συνεργαστούν. Το μόνο που θα έπρεπε να κάνει, της είπαν, είναι να πουλάει ό,τι της έδιναν. Εκείνη δέχθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, ένιωθε πως δεν έπαιρνε κάποιο ρίσκο, ήταν εύκολα χρήματα και δεν την απασχολούσε η προέλευση των προϊόντων. Τα καλύτερα πράγματα έρχονταν από την Ελλάδα και συγκεκριμένα από τον Ντράγκαν έναν Σέρβο που είχε γίνει διάσημος στους κύκλους αυτούς ως ένας ατρόμητο νέος που κατάφερνε ό,τι έβαζε στο μυαλό του.

Η Ολιβέρα αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα για να τον γνωρίσει. «Πράγματι είχε καταπληκτικής ποιότητας πράγματα. Τα αγόρασα όλα ελπίζοντας πως θα είχα αποκλειστική συνεργασία μαζί του», γράφει. Και πράγματι για τους επόμενους οκτώ μήνες ο Ντράγκαν και οι συνεργοί του έκλεβαν στην Αθήνα και φυγάδευαν τα κλοπιμαία στη Σερβία, όπου η Ολιβέρα τα πωλούσε. Είχε γίνει πλέον μέλος της συμμορίας «Ροζ Πάνθηρες».

Οταν εκείνος συνελήφθη, η Ολιβέρα διατήρησε επαφή μαζί του μέσα από τον Κορυδαλλό και, όταν τον Νοέμβριο 2005 εκείνος αποφυλακίστηκε, συναντήθηκαν στο Βελιγράδι. «Τον εμπιστευόμουν απόλυτα, δεν κοκορευόταν ποτέ για τις επιτυχίες του, ήταν πειθαρχημένος και πολύ αποτελεσματικός», γράφει για τον «συνεταίρο» της.

Μπλόκο στην Κρήτη

Τότε, φαίνεται πως αποφάσισαν να περάσουν στο επόμενο στάδιο: τον επόμενο Ιούλιο βρέθηκαν μαζί σε ένα από τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία της Κρήτης. Παριστάνοντας τη σύζυγο ενός επιχειρηματία, είχε μπει στο κατάστημα, είχε εντοπίσει τα ακριβά κοσμήματα αλλά και τα συστήματα ασφαλείας. Στο βιβλίο περιγράφει πως μαζί με τον Ντράγκαν είχαν καταστρώσει ένα σχέδιο ώστε να μπορέσει όλη η ομάδα να διαφύγει: Θα συναντιούνταν σε έναν επαρχιακό δρόμο με εκείνους που θα έκαναν την κλοπή, θα έπαιρναν τα κοσμήματα και θα τα έκρυβαν εκείνοι σε ένα από τα αυτοκίνητα που είχαν νοικιάσει. Ολα κυλούσαν ρολόι εκείνο το βράδυ μέχρι που σε ένα μπλόκο της αστυνομίας ο Ντράγκαν και η Ολιβέρα εντοπίστηκαν, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή.


Η Ολιβέρα Τσίρκοβιτς με τη φανέλα του Παγκρατίου τη δεκαετία του ’90. Στην Ελλάδα έπαιξε μπάσκετ, έδρασε ως μέλος συμμορίας και φυλακίστηκε δις.

Στον Κορυδαλλό πλέον, προσπάθησε να βρει μια ρουτίνα. Εκανε γυμναστική, διάβαζε και ανακάλυψε ένα ταλέντο της που αργότερα θα διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στην απόδρασή της: τη ζωγραφική. Εν τω μεταξύ, το πρώτο της δικαστήριο πλησίαζε αλλά εκείνη δεν ανησυχούσε: «Στην Ελλάδα είχα μάθει πως οι ποινές είναι μικρές. Τα ισόβια αντιστοιχούν το πολύ σε 16 χρόνια. Για οτιδήποτε άλλο μένεις συνήθως τρία, το πολύ πέντε χρόνια στη φυλακή». Ο δικηγόρος της την είχε συμβουλέψει να εμφανιστεί στο δικαστήριο ατημέλητη, να υποστηρίξει πως είχε κατάθλιψη και πως οι «Ροζ Πάνθηρες» την είχαν εκμεταλλευθεί. «Μου είπε πως έτσι κάνουν όλοι, πως πιάνει, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το δεχθώ». Στα δικαστήρια τήρησε τον κώδικα τιμής της οργάνωσης και αρνήθηκε τα πάντα.

«Ζωγράφισε» την απόδραση από τον Κορυδαλλό

Οταν αποφυλακίστηκε, η Ολιβέρα επέστρεψε στο Βελιγράδι και, παρότι γράφει πως ήθελε να αποστασιοποιηθεί από τους «Ροζ Πάνθηρες», δεν τα κατάφερε. Η ίδια περιγράφει μια τυπική «επιχείρηση» από τις πολλές που έκανε εκείνο το διάστημα: «Κάθε φορά έπαιρναν μέρος διαφορετικά μέλη που μπορεί να μη γνωριζόμασταν καν μεταξύ μας. Μετακομίζαμε όλοι μαζί σε ένα διαμέρισμα και οργανώναμε τη ληστεία με κάθε λεπτομέρεια. Με το που τελειώναμε, επιστρέφαμε στις κανονικές μας ζωές».

Κάποιοι είχαν ως βάση την Αθήνα, εκείνη το Βελιγράδι. Ωστόσο ταξίδευε συχνά στην Ελλάδα. Οταν κάποια στιγμή ο Ντράγκαν συνελήφθη ξανά, η αστυνομία εντόπισε το κρησφύγετό του στον Χολαργό. Εκεί βρήκαν διαρρηκτικά εργαλεία, αντικλείδια, πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα, αλλά και την Ολιβέρα, που συλλαμβάνεται ξανά. Στη φυλακή, για δεύτερη φορά, ένιωθε να ασφυκτιά και, όπως γράφει, άρχισε να σκέφτεται από τις πρώτες ημέρες την απόδραση. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι πως η ίδια θεωρεί ότι «χρωστάει» την ευκαιρία που είχε να αποδράσει σε μια επώνυμη συγκρατούμενή της: την Αρετή Τσοχατζοπούλου: «Είχε εντυπωσιαστεί με το ταλέντο μου και έπεισε την αρχιφύλακα να ζωγραφίσω τους τοίχους της φυλακής αλλά και το γραφείο της».

Το σχέδιο

Ετσι η Ολιβέρα περνάει ατελείωτες ώρες στους χώρους δίπλα από την έξοδο της φυλακής και καταστρώνει το σχέδιό της: ειδοποιεί μέλη της συμμορίας να έρθουν στην Αθήνα και να νοικιάσουν ένα διαμέρισμα στον Κορυδαλλό, ενώ παράλληλα κερδίζει την εμπιστοσύνη της αρχιφύλακος. Ζητάει και παίρνει την άδεια ώστε να προμηθευθεί από κάποιον γνωστό της μπογιές και πινέλα. Ηξερε πως θα έπρεπε να περιμένει την κατάλληλη στιγμή. Για εβδομάδες, οι συνεργοί έκαναν καθημερινά βόλτα έξω από τη φυλακή τρώγοντας παγωτό για να μην τραβήξουν την προσοχή.

Ενα μεσημέρι που η Ολιβέρα βρισκόταν κοντά στην έξοδο με μία μόνο φύλακα τους έδωσε σήμα από ένα κινητό που είχε βάλει μέσα λαθραία. Μόλις άνοιξε η καγκελόπορτα, ο Σέρβος μπήκε μέσα κρατώντας μια τσάντα με μπογιές. Ολα έγιναν αστραπιαία: ο άνδρας χτύπησε τη σωφρονιστική υπάλληλο στο κεφάλι με ένα όπλο και η Ολιβέρα τρέχοντας βγήκε από τη φυλακή και ανέβηκε στο μηχανάκι που την περίμενε ακριβώς απ’ έξω.

Για μερικούς μήνες έμεινε κρυμμένη, αλλά φαίνεται πως αποφάσισε να κάνει ακόμα μία κλοπή, αυτή τη φορά σε κοσμηματοπωλείο στη Γλυφάδα. Μία ημέρα μετά εντοπίζεται, συλλαμβάνεται και οδηγείται ξανά στη φυλακή. Στη Θήβα πλέον, βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση λόγω της απόδρασης – συνεχίζει να ζωγραφίζει αλλά και να γράφει το βιβλίο της. «Δυστυχώς δεν μπορώ να γράψω τα πάντα. Πολλοί από τους συνεργούς μου είναι ελεύθεροι. Ελπίζω μια μέρα να μπορώ να σας πω όλα τα γεγονότα όπως ακριβώς έγιναν», θα γράψει στον επίλογο.