ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αντισυνταγματικές οι οικιστικές πυκνώσεις από το ΣτΕ

06s6das

Στον αέρα τινάζει το Συμβούλιο της Επικρατείας τις «οικιστικές πυκνώσεις», δηλαδή την απόπειρα νομιμοποίησης οικισμών αυθαιρέτων σε δασικές εκτάσεις. Η Ολομέλεια του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου έκρινε αντισυνταγματικές όλες τις σχετικές ρυθμίσεις, σημειώνοντας ότι η αλλαγή χρήσης μιας δασικής έκτασης μπορεί να επιτραπεί μόνο για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, κάτι που δεν ισχύει για περιπτώσεις οικιστικής αξιοποίησής τους. Επειτα από αυτή την εξέλιξη, 292.000 στρέμματα αυθαιρέτων, που δήλωσαν 115 δήμοι, βρίσκονται στον αέρα και το υπουργείο Περιβάλλοντος οφείλει να εφαρμόσει τη δασική νομοθεσία.

Οπως έκρινε η Ολομέλεια του ΣτΕ με τις 685-688/2019 αποφάσεις της (πρόεδρος η κ. Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, εισηγητής ο κ. Χρήστος Ντουχάνης), η διάταξη του ν.4389/16 με την οποία εξαιρέθηκαν από την ανάρτηση του δασικού χάρτη οι «οικιστικές πυκνώσεις» είναι αντίθετη στο άρθρο 24 του Συντάγματος. Μάλιστα, όπως επισημαίνει το ΣτΕ, η διάταξη δεν θα μπορούσε να εκδοθεί ούτε ως Προεδρικό Διάταγμα λόγω της αντισυνταγματικότητάς της.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης (που δεν έχει ακόμα καθαρογραφεί), τα δάση και οι δασικές εκτάσεις υπάγονται από το Σύνταγμα σε ιδιαίτερα αυστηρό προστατευτικό καθεστώς με σκοπό τη διατήρησή τους. Η αλλαγή της χρήσης τους είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή εφόσον προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη χρήση, επιβαλλόμενη από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Σε καμία περίπτωση όμως, αναφέρει η απόφαση, δεν μπορεί να θεωρηθεί λόγος υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος η οικιστική αξιοποίησή τους.

Οι εν λόγω συγκεντρώσεις κτιρίων, αναφέρει η Ολομέλεια του ΣτΕ, δεν εμπίπτουν ούτε σε πολεοδομημένες περιοχές ή νομίμως υφισταμένους οικισμούς ούτε σε περιοχές υπό έγκριση σχεδίων ή υπό οριοθέτηση οικισμών (τα οποία καταγράφονταν με διαφορετικό τρόπο στον δασικό χάρτη και επίσης εξαιρούνταν από την ανάρτηση), ενώ δεν προβλέπεται άλλη διαδικασία που θα διασφάλιζε ότι οι εκτάσεις αυτές θα συμπεριληφθούν στους οριστικούς δασικούς χάρτες. Το ΣτΕ απορρίπτει και το επιχείρημα του Δημοσίου περί επιτάχυνσης της κατάρτισης των δασικών χαρτών μέσω της εξαίρεσης των περιοχών αυθαιρέτων, χαρακτηρίζοντας τη διαδικασία «απρόσφορη για την επιτάχυνση της κύρωσης των δασικών χαρτών ή για την ενημέρωση της διοίκησης». Καταλήγει δε ότι ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος δεν μπορεί να συνιστά επιβράβευση της αυθαίρετης δόμησης εντός δασών.

Αντιρρήσεις

Υστερα από την εξέλιξη αυτή, το υπουργείο Περιβάλλοντος είναι υποχρεωμένο να αναρτήσει ως δασικές τις περιοχές των οικιστικών πυκνώσεων και να υποδείξει στους ιδιοκτήτες των αυθαιρέτων την οδό της υποβολής αντιρρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, το υπουργείο έχει πλέον μια πολύ καλή εικόνα της αυθαίρετης δόμησης σε δάση, αν επιθυμούσε να ξεκινήσει διαδικασίες διοικητικής αποβολής των καταπατητών, επιβολής προστίμων και κατεδαφίσεων (κάτι που φυσικά δεν πρόκειται να συμβεί, πόσο μάλλον σε προεκλογική περίοδο). Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε τον Δεκέμβριο το υπουργείο, 115 δήμοι δήλωσαν 292.069 στρέμματα οικιστικών πυκνώσεων. Σε επίπεδο νομού, πρώτη είναι η Αττική με 115.873 στρέμματα οικιστικών πυκνώσεων, ενώ ακολουθούν Κορινθία (42.206 στρέμματα), Χαλκιδική (19.464 στρ.), Θεσσαλονίκη (19.050 στρ.), Βοιωτία (12.880 στρ.) και Αρτα (12.233 στρ.).

Υπενθυμίζεται ότι το υπουργείο Περιβάλλοντος παρουσίασε σχέδιο ρύθμισης (που δεν κατατέθηκε ακόμα στη Βουλή, σε αναμονή της απόφασης του ΣτΕ) με το οποίο προβλεπόταν μια διαδικασία «νομιμοποίησης» έναντι προστίμου, ανάλογη με αυτή των αυθαιρέτων. Με βάση τη διαδικασία αυτή, τα αυθαίρετα χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες (προ της 11ης Ιουνίου 1975 και μετά), με τα πρώτα να εξαιρούνται από την κατεδάφιση για 40 χρόνια και τα δεύτερα για 25 χρόνια μετά την καταβολή παραβόλου και αναλογικού προστίμου.

Η «πατρότητα» της ρύθμισης ανήκει στον (αναπληρωτή υπουργό Περιβάλλοντος το 2016) Γιάννη Τσιρώνη. Οπως προβλέπει, για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας αυθαιρέτων ως «οικιστική πύκνωση» χρειάζονταν κατ’ ελάχιστον 50 κτίρια σε έκταση 25 στρεμμάτων. Ο ορισμός δεν έθετε κριτήρια ως προς την πυκνότητα ή την ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, με αποτέλεσμα πολλοί δήμοι να δηλώσουν οικιστικές πυκνώσεις «χταπόδια», που χρησιμοποιούσαν λεπτές λωρίδες γης για να συμπεριλάβουν μεμονωμένα κτίρια σε απόσταση από τον «οικισμό».