ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ευκαιρία για αποτίμηση του κτιριακού αποθέματος της Αθήνας

gkka_25_1108_page_1_image_0002

Τα εγκαταλελειμμένα κτίρια της Αθήνας τα ανέδειξε η κρίση, αλλά το φαινόμενο προϋπήρχε. Σε όλες τις γειτονιές, αλλά ακόμη και σε κεντρικές οδούς της Αθήνας (Πειραιώς, Σταδίου, Αμαλίας, Φιλελλήνων, Πατησίων, κ.ά.) παρατηρεί κανείς την απαξίωση ενός σημαντικού ποσοστού του κτιριακού αποθέματος της πρωτεύουσας. Το φαινόμενο εντυπωσιάζει διότι έχει εξωστρέφεια. Στην ουσία είναι μοναχά η ορατή πλευρά ενός πολύπλοκου και πολυπαραγοντικού φαινομένου απαξίωσης κτιριακού πλούτου που απλώνεται σε όλη την πόλη. Μαζί με τα ερειπωμένα, παλαιότερα κτίρια (έως 1940) που βλέπει κανείς λίγο-πολύ παντού, ρημάζουν και χιλιάδες τετραγωνικά σε πολυώροφα κτίρια διαμερισμάτων και γραφείων της 50ετίας 1930-1980. Τίθεται ένα γενικότερο ζήτημα επανεξέτασης του κτιριακού δυναμικού της πόλης. Αναρωτιέται κανείς –με το ισχύον καθεστώς της αδράνειας– ποια θα είναι η κατάσταση στην πρωτεύουσα σε 20-30 χρόνια όταν οι πρώτες μεταπολεμικές (και εσαεί ασυντήρητες) πολυκατοικίες θα είναι σχεδόν αιωνόβιες και τα ερειπωμένα διατηρητέα θα έχουν καταρρεύσει.

Το θέμα αγγίζει ζητήματα πολυϊδιοκτησίας και γραφειοκρατίας. Πρωτίστως, όμως, αποκαλύπτει απουσία επένδυσης διανοητικού κεφαλαίου πάνω σε ένα θέμα μείζον και κεντρικό για την Αθήνα από άποψη ποιότητας ζωής, ασφάλειας των κατοίκων, ιστορικής τεκμηρίωσης και προστασίας όσο και τουριστικής δυναμικής. Εν ολίγοις, μιλάμε για αστική ανθεκτικότητα. Και αν προχωρήσει κανείς περαιτέρω, θα μπορούσε να μιλήσει και για την ίδια την ψυχική τομογραφία της Αθήνας.

Η δεκαετής κρίση επέτεινε φυσικά το πρόβλημα. Επί δεκαετίες, η Αθήνα εξελισσόταν σαν να μην υπάρχει αύριο. Ο πρόσφατος σεισμός απλώς επανέφερε στην επικαιρότητα το θέμα των αστικών ερειπίων. Τα ερειπωμένα σπίτια της Αθήνας είναι μια ενότητα του μεγάλου προβλήματος. Αν όμως αποφασίσει κανείς να εστιάσει σε αυτά, τότε θα πρέπει να είναι προσεκτικός και να διακρίνει ποιότητες, διαβαθμίσεις και κατηγορίες. Υπάρχει κίνδυνος, δεδομένης της αρνητικής στάσης μεγάλης μερίδας του πληθυσμού που διαμαρτύρεται για θέματα ρύπανσης και ασφάλειας, να προκριθούν άκριτα λύσεις μαζικών κατεδαφίσεων ή να επιταχυνθούν οι από δόλο φθορές, συνηθέστερη των οποίων είναι ο εμπρησμός.

Ο Δήμος Αθηναίων ορθώς επέδειξε γρήγορα αντανακλαστικά μετά τον πρόσφατο σεισμό και αποφάσισε μικρό αριθμό κατεδαφίσεων ετοιμόρροπων ακινήτων. Τα περισσότερα είναι χαλάσματα ή έστω ανάξια λόγου κτίσματα. Οχι όλα όμως. Το μικρό σπίτι της Ερεσσού 11 είναι ένα δείγμα λαϊκού νεοκλασικισμού στη Νεάπολη της περιόδου 1890-1910 και συνομιλεί με το απέναντι εξαιρετικού ενδιαφέροντος ισόγειο σπίτι, στον αριθμό 14, το οποίο είναι επίσης εγκαταλελειμμένο. Ανάμεσα σε όσα κρίθηκαν κατεδαφιστέα, αξιόλογο επίσης είναι και το σπίτι στην οδό Πλαπούτα 24Β στου Στρέφη. Ολα όμως αυτά αποκαλύπτουν απουσία πολιτικής για τη συνολική και εις βάθος θεώρηση του προβλήματος. Η Αθήνα έχει εκατοντάδες ερειπωμένα σπίτια, που αν συντηρηθούν θα αλλάξουν την όψη της πόλης και επιπλέον θα ενισχύσουν την ιστορική φυσιογνωμία της. Ο νέος δήμαρχος Αθηναίων, Κωστής Μπακογιάννης, έχει ανακοινώσει πως έχει διερευνήσει τη σύνδεση του αθηναϊκού προβλήματος με ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.

Η μεγάλη εικόνα είναι η βιωσιμότητα όσων δημιούργησε η Αθήνα από το 1900 ώς το 2000 σε βάθος χρόνου. Κάποια, αναγκαστικά θα αντικατασταθούν, άλλα θα γκρεμιστούν για να ωφεληθεί η πόλη και άλλα θα πρέπει να επισκευαστούν και να συνδεθούν με το αύριο. Κάθε ερείπιο, όμως, δεν είναι απλώς μια άσχημα εικόνα. Απαιτείται προσοχή και γνώση. Αν απλώς αντιδρούμε σπασμωδικά, θα βάζαμε στο ίδιο τσουβάλι ερείπια που είναι ιστορικά κειμήλια των Αθηνών (όπως το παλιό Ελληνικό Ωδείο, οικία Πρόκες φον Οστεν, στη Φειδίου 3) μαζί με ασήμαντους ερειπωμένους οικίσκους.