ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ

Από την ασθενή «μηδέν» στους 110 νοσηλευομένους

Το ΑΧΕΠΑ έφτασε να περιθάλπει την Τρίτη έως και 110 ανθρώπους. Ερωτηθείς ο Παναγιώτης Κολλάρας, λοιμωξιολόγος στην Α΄ Παθολογική Κλινική, για το ποιος είναι ο μέγιστος αριθμός νοσηλευομένων που μπορεί να δεχθεί το νοσοκομείο, ανέφερε: «Οσο μπορέσουμε, όσο αντέξουμε, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν». (Φωτ. ΙΝΙΤΙΜΕ ΝΕWS)

Περίμεναν δύσκολο χειμώνα. Το δεύτερο κύμα της πανδημίας, όμως, έσκασε ορμητικά στην πόλη τους. Στις 27 Οκτωβρίου καταγράφηκαν 291 θετικά κρούσματα του νέου κορωνοϊού στη Θεσσαλονίκη και οκτώ ημέρες μετά έφτασαν τα 823. Στο ΑΧΕΠΑ, όπου τον περασμένο Φεβρουάριο νοσηλεύτηκε η ασθενής «μηδέν» –το πρώτο επιβεβαιωμένο κρούσμα στη χώρα– ενεργοποιήθηκε το πλάνο επέκτασης σε άλλες κλινικές. Οι θάλαμοι γέμισαν και ο φόρτος εργασίας είναι πλέον πρωτόγνωρος.

Πέρα από την Α΄ Παθολογική Κλινική, η οποία δέχεται εδώ και μήνες περιστατικά της νόσου COVID-19, αξιοποιήθηκαν μία χειρουργική και δύο νευρολογικές κλινικές του νοσοκομείου προκειμένου να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες για νέες νοσηλείες.

Από τους 40 ασθενείς περασμένων εβδομάδων το ΑΧΕΠΑ έφτασε να περιθάλπει την Τρίτη έως και 110 ανθρώπους. Αυτά τα νούμερα δεν παραμένουν σταθερά, μεταβάλλονται από μέρα σε μέρα ανάλογα με τα εξιτήρια, τους θανάτους και τις νέες εισαγωγές. «Βλέπαμε τον αριθμό των κρουσμάτων και είχαμε μια ανησυχία εδώ και καιρό ότι θα οδηγηθούμε σε αυτό το σημείο», λέει στην «Κ» ο Παναγιώτης Κολλάρας, διευθυντής ΕΣΥ, παθολόγος-λοιμωξιολόγος στην Α΄ Παθολογική Κλινική του ΑΧΕΠΑ. Ερωτηθείς για το ποιος είναι ο μέγιστος αριθμός των νοσηλευόμενων που μπορεί να δεχθεί το νοσοκομείο ανέφερε: «Οσο μπορέσουμε, όσο αντέξουμε, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν».

Το προηγούμενο διάστημα, μετά την ενεργοποίηση του πλάνου επέκτασης, είχαν γίνει άλλες ενέργειες διαχείρισης του χώρου. «Στους εξάκλινους θαλάμους προσπαθούσαμε να τοποθετούμε τέσσερις ασθενείς, στους τρίκλινους λιγότερους, για να μην υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση ιικού φορτίου σε μικρό χώρο. Πλέον, με τα νέα δεδομένα οι θάλαμοι αυτοί έχουν πλήρη κάλυψη», λέει στην «Κ» ο Θεόφιλος Χρυσανθίδης, παθολόγος- λοιμωξιολόγος στο ίδιο νοσοκομείο.

Η εκτεταμένη διασπορά της νόσου στην πόλη είχε ως αποτέλεσμα να εισαχθούν στις κλινικές COVID-19 και περισσότεροι ασθενείς ηλικίας από 50 έως 70 ετών με αναπνευστική δυσχέρεια. «Εχουμε αρκετούς σε αυτές τις ηλικίες, οι οποίοι δεν έχουν πάντοτε υποκείμενα νοσήματα, ούτε υπέρταση ή παχυσαρκία, αλλά εμφανίζουν σοβαρές πνευμονίες», παρατηρεί ο κ. Χρυσανθίδης.

«Υπάρχουν και ασθενείς κοντά στην ηλικία των 40 ετών που έρχονται με πνευμονία, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις ήταν παραμελημένη. Προσπαθούσαν ως νεότεροι να την αντιμετωπίσουν με αντιπυρετικά και φτάνουν στο νοσοκομείο σε μια κατάσταση όχι και τόσο καλή. Η καθημερινή κλινική επαφή όμως μας έχει κάνει καλύτερους, πιο έτοιμους να αναγνωρίσουμε τις δύσκολες περιπτώσεις, να είμαστε πιο επιθετικοί εκεί όπου χρειάζεται και να ελπίζουμε σε καλύτερα αποτελέσματα».

Η μεγάλη αύξηση του αριθμού των ασθενών επηρεάζει αντίστοιχα και το διάστημα που πρέπει να παραμείνει μέσα στη μολυσματική ζώνη το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό. Η μεταδοτικότητα της COVID-19 επιβάλλει τη χρήση προστατευτικού εξοπλισμού. Η ιεροτελεστία του ντυσίματος, όμως, όσο εξοικειωμένος κι αν είναι πλέον κάποιος απαιτεί πρόσθετο χρόνο και εγρήγορση. Το προσωπικό της κλινικής καλείται να φορέσει ποδονάρια, σκούφους, ολόσωμη στολή, μάσκα και γυαλιά, διπλά ζευγάρια γάντια. Ο κ. Χρυσανθίδης εξηγεί ότι βάσει της χωροταξίας της κλινικής και το πώς έχουν κατανεμηθεί οι νοσηλευόμενοι σε θαλάμους και ορόφους, οι γιατροί έχουν μοιράσει τις ομάδες ασθενών που εξετάζουν ανάλογα με την πτέρυγα στην οποία βρίσκονται. Προσπαθούν να αποφύγουν περιττά ντυσίματα και χρονοβόρες μετακινήσεις. Οπως προσθέτει ο ίδιος, θα ήταν ιδανικό ένας μέσος χρόνος συνεχόμενης παραμονής γιατρού ή νοσηλευτή στους θαλάμους να μην ξεπερνά τις δύο ώρες. Η στολή από ένα σημείο κι έπειτα μπορεί να γίνει ασφυκτική, τα γυαλιά να θολώσουν. Αυτή η διάρκεια παραμονής πάντως δεν είναι πάντοτε εφικτή, ανάλογα με την ημέρα και τα περιστατικά μπορεί να απαιτηθεί και περισσότερος χρόνος.

Ο φόρτος εργασίας αυξάνεται κατά τις ημέρες εφημερίας, καθώς καλούνται να διαχειριστούν νέα περιστατικά που μπορεί να είχαν διαγνωσθεί αλλού ή πολίτες που προσέρχονται στο νοσοκομείο με ύποπτα συμπτώματα και έπειτα από έλεγχο διαπιστώνεται ότι είναι θετικοί στον ιό. «Είναι πολύ δύσκολα αυτές τις ημέρες, ο όγκος ασθενών είναι μεγάλος και όλη η κλινική βρίσκεται επί ποδός», λέει ο κ. Κολλάρας.

Η αμεσότητα

Οσοι μήνες κι αν έχουν περάσει πάντως από την πρώτη εμφάνιση της COVID-19 στη χώρα μας, όσες πληροφορίες, μαρτυρίες και εικόνες κι αν έχουν κατακλύσει τον δημόσιο λόγο, ακόμη και τώρα αυτή η απόσταση που δημιουργεί ο προστατευτικός εξοπλισμός ανάμεσα σε γιατρό και ασθενή δεν γεφυρώνεται εύκολα. Οι μάσκες και τα γυαλιά, στερούν την πιο προσωπική επαφή. Η απαγόρευση του επισκεπτηρίου καθιστά τη νοσηλεία μοναχική. Το διαπιστώνουν καθημερινά και στο ΑΧΕΠΑ.

«Δεν έχουν επικοινωνία με τα πρόσωπά μας, δεν καταλαβαίνουν ποιους βλέπουν πολλές φορές όταν είμαστε έτσι ντυμένοι με τις στολές και αυτό είναι λίγο δύσκολο ψυχολογικά γιατί πολλοί νιώθουν απομονωμένοι. Κάποιοι ασθενείς έχουν τα ηλεκτρονικά μέσα και επικοινωνούν με τους δικούς τους. Αλλά κι αυτό δεν είναι το ίδιο με την άμεση επαφή», λέει ο κ. Κολλάρας. «Μπορεί να μας αναγνωρίσουν από το περίγραμμα της στολής, ή από τη φωνή. Αυτή η έλλειψη αμεσότητας όμως επιτείνει το στρες», συμπληρώνει ο κ. Χρυσανθίδης.

Οπως επισημαίνει ο ίδιος, υπάρχει αγωνία για την επόμενη μέρα. «Δεν έχουμε σαφή χρονικό ορίζοντα. Δεν γνωρίζουμε εάν θα είναι καλύτερα τα πράγματα από ό,τι βιώνουμε σήμερα», λέει. Διευκρινίζει ότι δεν έχει χρειαστεί να γίνει διαλογή μεταξύ των ασθενών σε περίπτωση που απαιτηθεί διασωλήνωση, τονίζει όμως ότι τον ανησυχεί το ενδεχόμενο να προκύψει κάτι αντίστοιχο στο επόμενο διάστημα. «Είναι ένα σενάριο που θέλουμε να αποφύγουμε. Δεν θέλουμε να βρεθούμε μπροστά σε δύσκολες επιλογές που θα μας αγχώσουν πολύ ηθικά», λέει και μοιράζεται έναν ακόμη προβληματισμό του: «Υπάρχει η αίσθηση ότι δεν προσέξαμε και φτάσαμε εδώ, ότι κάτι κάναμε λάθος σαν κοινωνία. Ηταν αναμενόμενο να έχουμε νέα περιστατικά, αλλά δεν ήταν ίσως αντιληπτό το πρόβλημα που μπορεί να προκύψει, γιατί φτάνουμε στο σημείο να πιέζεται πολύ το σύστημα υγείας. Νομίζω ότι θα μπορούσαμε όλοι μας να είχαμε κάνει κάτι καλύτερα». 

Τα κρούσματα στο προσωπικό

«Το πρώτο κύμα κύλησε πιο ανώδυνα σε σχέση με την τωρινή κατάσταση», λέει ο κ. Κολλάρας σχετικά με την αύξηση των νοσηλευόμενων στο ΑΧΕΠΑ. Τον περασμένο Αύγουστο νόσησε και ο ίδιος από την COVID-19. Αλλα 13 μέλη του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού στο ίδιο νοσοκομείο είχαν βρεθεί θετικά στον ιό εκείνες τις ημέρες. Ο κ. Κολλάρας πέρασε τη νόσο ήπια, χωρίς έντονη συμπτωματολογία όπως και άλλοι συνάδελφοί του. «Είχα βήχα, μπούκωμα, ανοσμία και αγευσία. Εμεινα σε καραντίνα τέσσερις εβδομάδες σε άλλο χώρο για να μην κολλήσω την οικογένειά μου στο σπίτι», λέει. Στις 21 Οκτωβρίου, έπειτα από την επιβεβαίωση 10 θετικών κρουσμάτων στο προσωπικό του ΑΧΕΠΑ, το υπουργείο Υγείας έστειλε 1.500 τεστ ταχείας διάγνωσης για να ελεγχθεί το προσωπικό. Τις τελευταίες εβδομάδες, πάντως, λόγω της μεγάλης διασποράς στη Θεσσαλονίκη, όσοι υγειονομικοί νοσούν μπορεί πλέον να έχουν μολυνθεί οπουδήποτε.