ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η εκρίζωση της βίας από τα ΑΕΙ

Πολιτικοί και ακαδημαϊκοί αξιολογούν στην «Κ» τα κυβερνητικά μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου

Η εκρίζωση της βίας από τα ΑΕΙ

Τα μέτρα που προωθεί η κυβέρνηση θα αντιμετωπίσουν τα φαινόμενα βίας και παραβατικότητας στα πανεπιστήμια; Η απάντηση δεν είναι εύκολη καθώς το πρόβλημα είναι σύνθετο, και με βαθιές ρίζες. Οξύνθηκε βέβαια έντονα την τελευταία δεκαετία, ωστόσο μέσα σε αυτά τα χρόνια έχουν γίνει ουκ ολίγες προσπάθειες για την αντιμετώπιση των εκτρόπων κατά πανεπιστημιακών αλλά και φοιτητών εντός των ΑΕΙ. Ωστόσο και σήμερα το πρόβλημα παραμένει. 

Η ομάδα προστασίας πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, η τοποθέτηση καρτών εισόδου στα πανεπιστημιακά κτίρια και το αυστηρότερο πειθαρχικό και ποινικό δίκαιο, που προτείνει η κυβέρνηση για τα σχετικά αδικήματα, αναμένεται να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο διαφορετικό από το υπάρχον το οποίο, εκ του αποτελέσματος, δεν έχει λειτουργήσει. Το κρίσιμο στοιχείο των νέων μέτρων είναι ότι η ομάδα προστασίας θα υπάγεται στην ΕΛ.ΑΣ. και θα έχει ανακριτικές και κατασταλτικές αρμοδιότητες. Στο στοιχείο αυτό καταγράφονται οι περισσότερες ενστάσεις από τους πρυτάνεις και τους πανεπιστημιακούς, καθώς θεωρούν ότι με την υπαγωγή των αστυνομικών στην ΕΛ.ΑΣ. και όχι σε όργανο του ΑΕΙ πλήττεται το αυτοδιοίκητο των ιδρυμάτων. Μάλιστα, δεν αποκλείεται να υπάρξουν προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας με αυτή την επιχειρηματολογία. Επίσης, ήδη η ομοσπονδία των πανεπιστημιακών ΠΟΣΔΕΠ απέρριψε το συγκεκριμένο μέτρο. «Το ειδικό σώμα φύλαξης πρέπει να εποπτεύεται από τον πρύτανη και όχι από την ΕΛ.ΑΣ., ως εκ τούτου η θέση της ΠΟΣΔΕΠ διαφέρει ουσιαστικά από την πρόταση των υπουργείων Παιδείας και Προστασίας του Πολίτη», ανέφερε. Oμως, υψηλόβαθμες πηγές του υπουργείου Παιδείας τόνισαν στην «Κ» ότι δεν μπορεί να συμβεί αλλιώς, καθώς οι αστυνομικοί μόνο στο αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. απευθύνονται και από αυτό παίρνουν εντολές, ούτε καν από τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη.

Το ζητούμενο εντέλει είναι η εφαρμογή του νόμου. Εκεί θα κριθούν όλα καθώς, όπως ανέφερε στην «Κ» πρύτανης εμβληματικού ΑΕΙ, «είναι πολύ δύσκολο να περάσουν αυτά τα μέτρα από τη Σύγκλητο κάθε ιδρύματος». Από την πλευρά του, πρώην υπουργός και πανεπιστημιακός δήλωσε σκωπτικά στην «Κ», «μα τι αστυνομία μου λέτε! Είναι τόσο φοβισμένοι οι πρυτάνεις και οι πανεπιστημιακοί με αποτέλεσμα στην πράξη τα μέτρα να μείνουν κενό γράμμα». Το θέμα θα τεθεί στη συνεδρίαση της Συνόδου των Πρυτάνεων που θα πραγματοποιηθεί την προσεχή Τρίτη, με την παρουσία της υπουργού Παιδείας Νίκης Κεραμέως. 

Τέσσερις πολιτικοί και ακαδημαϊκοί αξιολογούν σήμερα στην «Κ» τα κυβερνητικά μέτρα, και δηλώνουν τι προτείνουν για την αντιμετώπιση των φαινομένων βίας στα ΑΕΙ. Ο Νίκος Φίλης, πρώην υπουργός Παιδείας επί ΣΥΡΙΖΑ, ο Μιχάλης Σταθόπουλος, που έχει διατελέσει πρύτανης του ΕΚΠΑ και υπουργός Δικαιοσύνης, ο πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Χρήστος Κίττας, και η εγκληματολόγος, καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Χριστίνα Ζαραφωνίτου με τις θέσεις τους αποτυπώνουν τις πτυχές ενός δυσεπίλυτου, κατά βάση, πολιτικού προβλήματος.

Καθηγητές και χρήματα χρειάζονται, όχι αστυφύλακες

Του ΝΙΚΟΥ ΦΙΛΗ*

Η Ν.Δ., εκμεταλλευόμενη περιθωριακά περιστατικά βίας, και αφού κατασυκοφάντησε το πανεπιστήμιο ως «άντρο ανομίας», κατήργησε το άσυλο δήθεν για να τα αντιμετωπίσει. Τώρα μεταχειρίζεται ένα άλλο καταδικαστέο περιστατικό (που δεν εμποδίστηκε, παρά την κατάργηση του ασύλου) για να στήσει ειδικά αστυνομικά τμήματα εντός των ΑΕΙ, παρά την ομόφωνη αντίδραση των πανεπιστημιακών αρχών που ζητούν η φύλαξη (και όχι η αστυνόμευση) να παραμείνει δική τους ευθύνη, στο πλαίσιο της πανεπιστημιακής αυτοτέλειας. Τι συνιστά η κίνηση της κυβέρνησης: Πρώτον, προσβολή της δημοκρατίας, αφού ανακαλεί στη μνήμη το διαβόητο «Σπουδαστικό» της Ασφάλειας, που είχε καταργηθεί στη Μεταπολίτευση, επί κυβερνήσεως Κ. Καραμανλή. Δεύτερον, επικίνδυνη ιδεολογική παλινδρόμηση του συντηρητικού χώρου με την οποία επιχειρείται η κατασκευή της ελληνικής alt-right, παράρτημα του τραμπισμού. Και τρίτον, αντιπερισπασμό στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα που έχουν οξυνθεί λόγω πανδημίας.
 
Η ποινική νομοθεσία είναι επαρκής για να αντιμετωπίζει φαινόμενα βίας, η οποία, σημειωτέον, είναι εισαγόμενη στα ΑΕΙ και όχι ενδογενής. Η αστυνομία είχε και έχει όλες τις δυνατότητες να τα αντιμετωπίσει. Η δράση του νέου μασκαρεμένου «Σπουδαστικού» μόνο αντιδράσεις θα προκαλέσει. Ο ωμός κυβερνητικός αυταρχισμός στους δρόμους κατά της νεολαίας, με βραχίονα τα στεγανά της αστυνομίας, συσσωρεύει θυμό που δεν θα μπορέσει να συγκρατήσει κανένα αστυνομικό μέτρο και κανείς ένστολος με κλομπ και χειροπέδες στα ΑΕΙ. Φαίνεται όμως ότι ουδείς στη Ν.Δ. έχει διδαχθεί κάτι από το 2008. Είναι ώρα να συγκροτηθεί ένα δημοκρατικό μέτωπο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, πανεπιστημιακούς, φοιτητές και πολίτες που αντιλαμβάνονται τη ζημιά που απειλείται εις βάρος του ελληνικού πανεπιστημίου. Τα ΑΕΙ πρέπει να παραμείνουν θεσμός διδασκαλίας και έρευνας με υψηλό διεθνές κύρος, με τη διαρκή στήριξη της πολιτείας. Σε αντίθεση, η κυβέρνηση μειώνει δραματικά τη χρηματοδότησή τους. Τα πανεπιστήμια χρειάζονται καθηγητές και χρήματα για έρευνα και όχι αστυφύλακες!
 
* Ο κ. Νίκος Φίλης είναι πρώην υπουργός Παιδείας και τομεάρχης Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.

Η ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας

Της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΖΑΡΑΦΩΝΙΤΟΥ*

Οι χώροι των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την ελευθερία της έκφρασης, τον σεβασμό της δημοκρατίας και των συναρτώμενων με αυτήν αξιών. Στο ακαδημαϊκό περιβάλλον καλλιεργούνται η Παιδεία και ο πολιτισμός. Μόνον ως οξύμωρο μπορεί, άρα, να χαρακτηριστεί το φαινόμενο εκδήλωσης διαφόρων μορφών βίας και ανομίας στα πανεπιστήμιά μας. Φαινόμενα, τα οποία δυστυχώς δεν είναι καθόλου σπάνια και των οποίων οι συνέπειες είναι δυσμενείς, σε πολλά επίπεδα. 

Η πρόσφατη ακραία μορφή βίας κατά του πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών έκανε φανερή την έλλειψη κοινωνικής ανοχής απέναντι στον παραλογισμό που τείνει να γίνει «κανονικότητα» και ενίσχυσε τη συναίνεση για την πρόληψη και αντιμετώπιση κάθε μορφής βίας στα ελληνικά πανεπιστήμια. Το εγχείρημα δεν είναι, ωστόσο, απλό και, παρότι βρίσκει έρεισμα σε ισχύουσες πρακτικές της διεθνούς εμπειρίας, οφείλει να σεβαστεί τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας, για να είναι βιώσιμο και λειτουργικό. Η συνθετότητα του ζητήματος προκύπτει και από το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατή η αντιμετώπισή του από την ίδια την πανεπιστημιακή κοινότητα, η οποία καλείται να διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην εξεύρεση της καταλληλότερης λύσης. 
 
Η επιλογή των μέτρων θα πρέπει να έχει ως άξονες τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αξίες της ασφάλειας και της ελευθερίας και τη μεταξύ τους ισορροπία, και να βασίζεται στις αρχές της αναλογικότητας και αναγκαιότητας, κατά τρόπο ώστε να προκριθούν ως προσφορότερα τα ηπιότερα μέτρα, και δη προληπτικού χαρακτήρα. Με αφετηρία τη θεμελιώδη αρχή ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και στην ασφάλεια» (άρθρο 6 Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης), είναι ζήτημα δημοκρατικής ωριμότητας ο αποκλεισμός κάθε μορφής βίας από τα πανεπιστήμιά μας και είναι κοινή ευθύνη όλων μας. 
 
* Η κ. Χριστίνα Ζαραφωνίτου είναι καθηγήτρια Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου.

Να δούμε επιτέλους το δάσος, όχι το δέντρο

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΙΤΤΑ*

Εντεκα ακριβώς χρόνια πριν, στις 9 Δεκεμβρίου 2009, παραιτήθηκα από τη θέση του πρυτάνεως του ΕΚΠΑ ύστερα από επίθεση που δέχθηκα από τους γνωστούς-αγνώστους στο κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου μας λίγες ημέρες πριν (6/12/2009). Στην ερώτηση που μου τίθεται σήμερα, «τι προτείνετε για την αντιμετώπιση των φαινομένων βίας στα ΑΕΙ», απαντώ με τη δήλωση που έκανα την ημέρα της παραίτησής μου, αφού πιστεύω ότι σε αυτήν ακριβώς υπάρχει η λύση, ελπίζοντας βέβαια ότι τούτη τη φορά θα εισακουσθώ και δεν θα απαιτηθούν άλλα έντεκα, ίσως και περισσότερα χρόνια, για να συζητούμε και να φιλονικούμε για το αυτονόητο. Εγραφα λοιπόν, μεταξύ των άλλων, στη δήλωσή μου τότε: «Με αφορμή τα γεγονότα της Κυριακής στο κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου μας, θα ήθελα να παρακαλέσω όλους εσάς, που νοιάζεστε για τα προβλήματα της νεολαίας μας, και βεβαίως θα ήθελα ιδιαιτέρως να παρακαλέσω τους αρχηγούς των κομμάτων, τους λειτουργούς των ΜΜΕ, την ακαδημαϊκή και γενικά την εκπαιδευτική κοινότητα, να μην ασχοληθείτε για μία ακόμη φορά με το δένδρο και χάσετε το δάσος.
 
Δεν έχει καμία σημασία ο όποιος σωματικός μου τραυματισμός. Μαζεύω λοιπόν ό,τι απέμεινε μέσα μου, αντλώντας δύναμη από την αγάπη μου και μόνο για τη νεολαία μας και απευθύνω έκκληση να μην αναλωθείτε και πάλι σε ατέρμονες συζητήσεις και σε αδικαιολόγητες κομματικές αντεγκλήσεις, χωρίς καμία ουσιαστική πρόταση. Τα νιάτα μας, η μοναδική ελπίδα της χώρας μας, περιμένουν άλλα από όλους εσάς. Μην τους προδώσετε».
 
Επαναλαμβάνω λοιπόν και σήμερα την έκκλησή μου, θυμίζοντας ότι το δάσος είναι οι χιλιάδες νέοι μας, οι οποίοι απογοητευμένοι από όλους μας, εγκαταλείπουν την πατρίδα μας και τους χάνουμε ίσως για πάντα. Η μόνη διαφορά του τότε (2009) με το σήμερα (2020) είναι ότι τώρα οι φοιτητές μας βιάζονται να πάρουν το πτυχίο τους για να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες, όπου το αυτονόητο, όπως προανέφερα, δεν προκαλεί αλληλοκατηγορίες και αναταραχές προκειμένου να εφαρμοστεί. Το μόνο που απαιτείται λοιπόν τώρα είναι, κατά τη γνώμη μου, ο ενστερνισμός από όλους των λόγων του αείμνηστου μεγάλου πνευματικού και ακαδημαϊκού άνδρα Γιώργου Κουμάντου λίγο πριν από τον θάνατό του, ο οποίος έγραφε: «Υπάρχουν κάποια προβλήματα που μόνο μαζί μπορούν να λυθούν, ει δυνατόν από όλα τα κόμματα» και αναφερόμενος ειδικά στα θέματα της Παιδείας συνέχιζε: «Ολοι συμφωνούμε ότι πολλά στραβά συμβαίνουν με το εκπαιδευτικό μας σύστημα σε όλες τις βαθμίδες και διαπιστώνουμε ότι καμία ριζική (ούτε καν επιφανειακή…) αντιμετώπιση των προβλημάτων της Παιδείας δεν είναι δυνατή, όσο οι αναπόφευκτες αντιδράσεις ιδεοληψιών και προπάντων συμφερόντων έχουν τη σιωπηλή κάλυψη ενός ή περισσοτέρων κομμάτων».
 
Τα λόγια του Γιώργου Κουμάντου, τα οποία ενστερνίζομαι πλήρως, δεν είναι λόγια ενός ονειροπόλου, αλλά ενός πραγματιστή. Γιατί όσοι επικαλούνται την αδυναμία για μεταξύ τους συμφωνία στα θέματα της Παιδείας και βεβαίως για το άσυλο, είναι σαν να παραδέχονται ότι δεν υπάρχει μέλλον για την Ελλάδα μας. Αυτή είναι η μόνη λύση. Οι οπαδοί της ατέρμονης και εμμονικής διαφωνίας απέτυχαν. Το αποδεικνύει το γεγονός ότι από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα για 46 χρόνια «επιλύουμε» διαρκώς το θέμα της βίας στα πανεπιστήμια. Είναι προσβολή για όλους μας.
 
* Ο κ. Χρήστος Κίττας είναι ομότιμος καθηγητής Ιατρικής Σχολής και πρώην πρύτανης ΕΚΠΑ, τέως υπηρεσιακός υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Νόμος υπάρχει αλλά δεν εφαρμόζεται

Του ΜΙΧΑΛΗ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ*

Τα προτεινόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση πράξεων βίας στα πανεπιστήμια (πανεπιστημιακή αστυνομία για την επιτήρηση των πανεπιστημιακών χώρων και έλεγχος εισόδου σε αυτούς) αποβλέπουν κατά βάση στην πρόληψη παράνομων πράξεων, αν και όταν τέτοιες πράξεις διαπράττονται στους πανεπιστημιακούς χώρους. Και η πρόληψη είναι ασφαλώς καλύτερη από την καταστολή. 
 
Αλλά τα μέτρα αυτά, εκτός του ότι, ιδίως το πρώτο (αν η επιτήρηση υπάρχει σε μόνιμη βάση), ηχούν σαν αστυνόμευση του πανεπιστημίου, φοβούμαι ότι δεν θα είναι αρκούντως αποτελεσματικά. Αυτοί που επιδιώκουν αναστάτωση, ταραχές, επιβολή των θέσεών τους με βίαιο τρόπο κ.λπ., θα εφευρίσκουν άλλους τρόπους παράκαμψης της περιφρούρησης.
 
Κρισιμότερο είναι το ερώτημα: Εφαρμόζεται ο νόμος, όταν διαπράττονται παρανομίες; Πόσοι έχουν συλληφθεί και παραπεμφθεί σε δίκη για διάπραξη αξιόποινων πράξεων; Και αν αυτό έχει συμβεί (πάντως σπανίως), μήπως τα δικαστήριά μας τους αθωώνουν;
 
Η καταστολή της παρανομίας με την επιβολή ποινής (και την εκτέλεσή της, βεβαίως) δεν εξυπηρετεί εκδικητικούς σκοπούς από πλευράς πολιτείας, αλλά είναι μέσο πρόληψης μελλοντικών παρανομιών. Στέλνει εμπράκτως μήνυμα και προς τον δράστη και προς τα λοιπά μέλη της κοινωνίας. Θα προτιμήσουν να είναι στη φυλακή; 
 
Σήμερα παρανομούν με το αζημίωτο. Και όχι μόνο αυτό. Το ακαταδίωκτο τους ενθαρρύνει να επαναλαμβάνουν τις παρανομίες. Ασφαλώς είναι δύσκολο να εφαρμοσθεί ο ποινικός νόμος σε μαζικές πράξεις βίας. Αυτό όμως δεν ισχύει στις περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η εξατομίκευση της παρανομίας σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Γιατί δεν εφαρμόζεται τότε ο νόμος;
 
Νομίζω ότι η κύρια αιτία είναι ότι οι αρμόδιοι διστάζουν να αναλάβουν ευθύνη για την εφαρμογή του νόμου, όταν αυτή σημαίνει καταστολή, σαν να ήταν η καταστολή κάτι αντίθετο με τις δημοκρατικές αρχές, κάτι ανελεύθερο και κυρίως σαν να ήταν κάτι μη δημοφιλές. Και όμως δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία χωρίς ποινικό κώδικα και ποινικά δικαστήρια για την αντιμετώπιση εκείνων που παραβιάζουν τους κανόνες ακριβώς της δημοκρατικής κοινωνίας.
 
Αλλά καταστολή δεν είναι μόνο η επιβολή ποινής. Είναι και η άρση της παρανομίας με παρέμβαση των αρμόδιων αρχών, πριν και ανεξάρτητα από την επιβολή ποινής (π.χ. τερματισμός καταλήψεων, αν δεν απέδωσαν ειρηνικά μέσα για τον τερματισμό τους). Η ποινή γίνεται περιττή, όταν ο σκοπός (αποτροπή μελλοντικών παρανομιών) επιτυγχάνεται με ηπιότερα μέσα. 
 
Η υπέρβαση των δισταγμών αφορά πρωτίστως τις κρατικές αρχές και μάλιστα σήμερα που με την κατάργηση του ασύλου (τουλάχιστον κατά τον νόμο – διότι άλλο είναι τι γίνεται στην πράξη), η συναίνεση των πανεπιστημιακών αρχών για την επέμβαση της πολιτείας δεν χρειάζεται (καλώς ή κακώς – κατά τη γνώμη μου κακώς). Στην πολιτεία ανήκει η σχετική ευθύνη.
 
Ο γράφων γνωρίζει από προσωπική εμπειρία ότι, όταν εφαρμόσθηκε μια τέτοια τακτική, ειδικά με καταστολή χωρίς ποινικοποίηση, υπήρχαν αποτελέσματα.
 
* Ο κ. Μιχάλης Σταθόπουλος είναι ακαδημαϊκός, επίτιμος καθηγητής ΕΚΠΑ.