ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ

Ντόμινο εξελίξεων μετά τις καταγγελίες

Ντόμινο εξελίξεων μετά τις καταγγελίες

Σε συνθήκες χιονοστιβάδας παραπέμπουν οι εξελίξεις που έχουν δρομολογηθεί μετά τη δημόσια καταγγελία από την ολυμπιονίκη μας Σοφία Μπεκατώρου, ότι είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από παράγοντα του αθλητισμού πριν από χρόνια. Οι καταγγελίες που έχουν ήδη ακολουθήσει, το κύμα συμπαράστασης που έχει εκδηλωθεί λόγω της μεγάλης απαξίας των όσων καταγγέλλονται, αποτυπώθηκαν, πρωτίστως, και στο άμεσο των εισαγγελικών παρεμβάσεων.

Λόγω μείζονος σοβαρότητας του θέματος, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βασίλειος Πλιώτας, απηύθυνε χθες εγκύκλιο προς τους εισαγγελείς όλης της χώρας, όπου εντέλλεται να επεμβαίνουν άμεσα για την αντιμετώπιση καταγγελιών για σεξουαλικές κακοποιήσεις και κυρίως να ενθαρρύνουν και να προστατεύουν τα θύματα, ενεργώντας άμεσα έρευνες για τον εντοπισμό και την αποκάλυψη των δραστών.

«Πρώτο μέλημα», αναφέρει στην εγκύκλιό του ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, «είναι η ενθάρρυνση του παθόντος προσώπου να προβεί σε καταγγελία και να εκθέσει κάθε χρήσιμη λεπτομέρεια για το κρίσιμο γεγονός. Επόμενο βήμα είναι η διενέργεια έρευνας για τη συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων, που πρέπει να χαρακτηρίζεται από επιμέλεια, ταχύτητα και σχολαστικότητα με την εκμετάλλευση όλου του δικονομικού οπλοστασίου, με τη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων, την άρση απορρήτου των επικοινωνιών και λοιπά», ενώ σημειώνει ότι λόγω της βαρύτατης απαξίας τέτοιων συμπεριφορών, η εκδίκασή τους οφείλει να γίνεται κατά προτεραιότητα. 

Παράλληλα, σε επίπεδο άμεσης παρέμβασης για τις καταγγελίες Μπεκατώρου, η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Σωτηρία Παπαγεωργακοπούλου, διέταξε έρευνα για τα καταγγελλόμενα, έστω κι αν η κακοποίηση που καταγγέλθηκε από τη Σοφία Μπεκατώρου έχει γίνει πριν από χρόνια, και ως εκ τούτου κάθε ποινική ευθύνη του φερόμενου ως δράστη έχει πλέον παραγραφεί.

Παρά το δεδομένο της παραγραφής, ωστόσο, η Εισαγγελία της Αθήνας, όπως προκύπτει από εισαγγελικές πηγές, προχώρησε στο άνοιγμα της έρευνας, προκειμένου αναλυτικά και εφ’ όλης της ύλης να καταθέσει η ολυμπιονίκης και άλλες αθλήτριες που επίσης έχουν καταγγείλει παρόμοια περιστατικά, προσδοκώντας πως με το άνοιγμα της έρευνας θα ανοίξουν στόματα, και άλλα θύματα –γυναίκες ή άνδρες– από τον χώρο του αθλητισμού ή άλλους χώρους θα προσέλθουν να αποκαλύψουν πράξεις βίας εις βάρος τους και προσωπικής τους ταπείνωσης.

Προς τούτο, η έρευνα που ανατέθηκε στον εισαγγελέα Νίκο Στεφανάτο έχει ήδη ξεκινήσει και η Σοφία Μπεκατώρου έχει ήδη κληθεί σε κατάθεση για αύριο Τετάρτη, ενώ παράλληλα κινείται και έρευνα για όσα συμβαίνουν στα ενδότερα της Ελληνικής Ιστιοπλοϊκής Ομοσπονδίας, καθώς ο ολυμπιονίκης Νίκος Κακλαμανάκης έχει προβεί τους τελευταίους μήνες σε καταγγελίες για διαφθορά, κακοδιαχείριση και για κλίμα απειλών και διώξεων αθλητών από παράγοντες. Η συγκεκριμένη έρευνα διενεργείται από τον εισαγγελέα Κωνσταντίνο Σιμιτζόγλου και πληροφορίες αναφέρουν ότι βρίσκεται προς το τέλος της. Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας για όσα καταγγέλλονται ότι συμβαίνουν στην ομοσπονδία, προσήλθε πριν από περίπου ένα μήνα η Σοφία Μπεκατώρου, και η οποία μίλησε για πρώτη φορά για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, πριν ακόμα μιλήσει δημόσια για το περιστατικό που συνέβη το 1998 στην Ισπανία, όπου η αθλήτρια είχε βρεθεί στο πλαίσιο αθλητικών διοργανώσεων.

Τεκμήριο αθωότητας

Πάντως, πέραν των καταγγελιών που θα διερευνηθούν σε βάθος από τις εισαγγελικές αρχές, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην εγκύκλιό του δεν παραλείπει να επισημάνει την ανάγκη τήρησης του τεκμηρίου αθωότητας για τους καταγγελλόμενους δράστες, στο πλαίσιο της λειτουργίας του νομικού μας πολιτισμού και του κράτους δικαίου.

Για το θέμα γράφουν:

Ανίτα, Σοφία, λογοδοσία
Της Στέλλας Κάσδαγλη*

Πριν από 30 χρόνια, η Ανίτα Χιλ κατήγγελλε τον υποψήφιο για το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ Κλάρενς Τόμας για σεξουαλική παρενόχληση. Η κατάθεσή της την έφερε ενώπιον της Γερουσίας, όπου μια επιτροπή αποτελούμενη από 14 άντρες, με πρόεδρο τον τότε γερουσιαστή Τζο Μπάιντεν, την ανέκριναν με εξευτελιστική δυσπιστία («Μπορείτε να μας περιγράψετε το συμβάν ακόμη μία φορά;» και «Γιατί να παραμείνετε στο πλάι ενός ανθρώπου που, όπως λέτε, σας είχε παρενοχλήσει τόσο;» και «Γιατί περιμένατε 10 χρόνια για να καταγγείλετε τα περιστατικά;») προτού αποφασίσουν να δώσουν τελικά στον Τόμας τη θέση που κατέχει μέχρι και σήμερα.

Μετά την απόφαση της Γερουσίας, τα προγνωστικά ήταν μοιρασμένα. Υπήρξαν φόβοι ότι η ταπεινωτική αντιμετώπιση της Χιλ από την επιτροπή της Γερουσίας θα απέτρεπε άλλες γυναίκες από το να καταγγείλουν αντίστοιχα περιστατικά, ενώ άλλοι ήλπιζαν ότι η δική της τόλμη θα τους έδινε τη δύναμη να το κάνουν.

Oπως αποδείχθηκε, και οι δύο πλευρές είχαν δίκιο. Ο νόμος για την αποζημίωση των θυμάτων σεξουαλικής παρενόχλησης στις ΗΠΑ άλλαξε. Η κοινή γνώμη στράφηκε υπέρ της Χιλ σε ποσοστό 44% (από 24% που την υποστήριζαν όταν ξεκίνησε η διαδικασία). Ο βαθμός ευαισθητοποίησης κοινού και επαγγελματιών σε σχέση με τη σεξουαλική παρενόχληση αυξήθηκε και οι καταγγελίες για σχετικά περιστατικά προς τις αρμόδιες αρχές αυξήθηκαν κατά 50%. 

Την επόμενη χρονιά, εκλέχτηκαν, για πρώτη φορά, τέσσερις γυναίκες στη Γερουσία, ενώ ο αριθμός των γυναικών σε ολόκληρο το αμερικανικό Κοινοβούλιο αυξήθηκε από τις 28 σε 47, πιθανότατα χάρη σε ψηφοφόρους που είχαν νιώσει ότι την επόμενη φορά θα έπρεπε σε εκείνη την επιτροπή να βρίσκονται περισσότερες γυναίκες.

Μόνο που, παράλληλα, τα θύματα δεν είχαν πλέον την πολυτέλεια να φαντάζονται απλώς πόσο δύσκολο θα ήταν να δικαιωθούν: το βίωναν από πρώτο χέρι. 

Από τις πολλές περιπτώσεις γυναικών που έκαναν αναφορές, ελάχιστες έφταναν στο στάδιο της επίσημης καταγγελίας. Ακόμα και σήμερα, τα περισσότερα περιστατικά βίας και παρενόχλησης θεωρούνται ασήμαντα ή και δικαιολογημένα και οι συνέπειες από την καταγγελία τους βαρύνουν συνήθως το άτομο που έκανε την καταγγελία και όχι εκείνο που διέπραξε την παρενόχληση.
Oχι μόνο στην Αμερική. Παντού και δίπλα μας.

Δημόσια πρόσωπα, πρόεδροι συλλόγων επαγγελματιών, συγγραφείς, δημοσιογράφοι και γελοιογράφοι, άνθρωποι που φροντίζουν κάθε μέρα παιδιά ή γίνονται viral στα social media για τα αστεία ή τις απόψεις τους, θεωρούν τις καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση καπρίτσιο, εκδίκηση, υπερβολή, υστεροβουλία, ευκαιρία για πολιτική αντιπαράθεση ή ετεροχρονισμένη υπερευαισθησία.

Και αυτοί είναι οι άνθρωποι από τους οποίους εξαρτάται προς τα πού θα οδηγήσει το δικό μας #metoo. Γιατί όπως διαπίστωσε, μερικά χρόνια μετά την κατάθεσή της, η Ανίτα Χιλ, οι νόμοι δεν αρκούν πάντα για να φέρουν την αλλαγή.

[Λίγο αφότου ξεκίνησε την προεκλογική του καμπάνια, ο Τζο Μπάιντεν, πρόεδρος, από αύριο, των ΗΠΑ, πήρε τηλέφωνο την Ανίτα Χιλ για να της πει ότι λυπάται και, αργότερα, να λογοδοτήσει ενώπιόν της, για την τότε δική του απαράδεκτη συμπεριφορά.]

Αυτό που πολλές φορές κάνει όλη τη διαφορά είναι το στάδιο ανάμεσα στους νόμους και στην καθημερινή μας εμπειρία: η λογοδοσία την οποία πολλές φορές επιβάλλει ένα κύμα αγανάκτησης και δημόσιας κατακραυγής, έστω και πρόσκαιρο, όπως είναι τα κύματα πάντα.
 
* Η κ. Στέλλα Κάσδαγλη είναι συνιδρύτρια του Οργανισμού Women on Top και συγγραφέας.

Το κόστος των διακρίσεων
Του Αλέξη Πατέλη

Η γενναία απόφαση της Σοφίας Μπεκατώρου να δημοσιοποιήσει τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη ως αθλήτρια, άνοιξε μία μεγάλη συζήτηση για τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος της σεξουαλικής βίας στη χώρα μας. Δεν πρέπει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: η εμπειρία αρχικά από τις ΗΠΑ, από άλλες χώρες της Ευρώπης και τώρα από την Ελλάδα, μας δείχνει ότι δεν μιλάμε για «μεμονωμένα περιστατικά» αλλά για ένα δομικό πρόβλημα. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ως πολιτεία θα πρέπει να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να αποτρέψουμε φαινόμενα σεξουαλικής βίας και παρενόχλησης και να υπερασπιστούμε τα θύματά της. Είναι πρωτίστως ένα ζήτημα που αγγίζει στον πυρήνα του το κράτος δικαίου. Κάθε πολίτης θα πρέπει αφενός να αισθάνεται απολύτως ασφαλής και αφετέρου να γνωρίζει πως η επαγγελματική του πορεία δεν θα εκτροχιαστεί ως αποτέλεσμα διακρίσεων. 

Ας αναλογιστούμε πόσες αθλήτριες μπορεί να έπεσαν θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τον πρωταθλητισμό ή να επηρεάστηκαν οι επιδόσεις τους. Το ίδιο ισχύει δυστυχώς και σε πολλούς άλλους τομείς. Οι διακρίσεις, δηλαδή, πέρα από το σημαντικό κόστος που έχουν πάνω σε αυτούς που τις βιώνουν, έχουν και ένα ευρύτερο οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα. 

Αν και είναι δύσκολα μετρήσιμο, το κόστος των διακρίσεων –που σε μία ακραία εκδοχή τους αφορούν τη σεξουαλική βία– είναι υπαρκτό και διόλου ευκαταφρόνητο. Για να έχουμε μία τάξη μεγέθους, έκθεση της McKinsey αναφέρει πως το ΑΕΠ της Ελλάδας θα αυξανόταν κατά ένα τέταρτο, αν υπήρχε πλήρης ισοτιμία στην απασχόληση ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Η συμπεριληπτικότητα στην αγορά εργασίας δεν είναι, όμως, σημαντική μόνον διότι έτσι θα αυξήσουμε τον ενεργό οικονομικά πληθυσμό. Σε πρόσφατο άρθρο μου στην «Καθημερινή» αναφέρθηκα στο πώς η διαφορετικότητα και η εξάλειψη των διακρίσεων μπορούν να φέρουν προστιθέμενη αξία στην οικονομία και τη διεθνή εικόνα της χώρας. Κράτος και επιχειρήσεις ωφελούνται σημαντικά από την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών και τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος ασφάλειας για όλους, για τουλάχιστον δύο λόγους. Πρώτον, η αξιοκρατία είναι προϋπόθεση για την ενίσχυση της αποδοτικότητας. Καμία επιχείρηση δεν μπορεί να φτάσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων της αν άμεσα ή έμμεσα βάζει εμπόδια σε εργαζομένους λόγω φύλου, φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού ή άλλων χαρακτηριστικών, άσχετων με τις επιδόσεις τους. 

Δεύτερον, η διαδικασία λήψης αποφάσεων βελτιώνεται με την ενίσχυση της ποικιλομορφίας. Για παράδειγμα, όταν σε ένα διοικητικό συμβούλιο ή μία επιτροπή συμμετέχουν μόνο άτομα του ίδιου φύλου, με πανομοιότυπες αντιλήψεις και κοινά βιώματα, μάλλον θα καταλήξουν και σε παρόμοιες αποφάσεις. Αντίθετα, αν κατατίθενται απόψεις από άτομα με διαφορετικά χαρακτηριστικά και καταβολές, το αποτέλεσμα θα είναι όντως προϊόν σύνθεσης.

Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα της σεξουαλικής βίας είναι μείζονος σημασίας. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην ανάγκη να στηρίξουμε τις γυναίκες που είναι θύματα κακοποίησης και να τις ενθαρρύνουμε να καταγγείλουν τα περιστατικά. Πέραν αυτού, όμως, στόχος της κυβέρνησης είναι να κάνει ουσιαστικά βήματα για την αντιμετώπιση ευρύτερα των έμφυλων διακρίσεων. Εχουν γίνει πολλά και πρέπει να γίνουν ακόμη περισσότερα. Για παράδειγμα στο Ταμείο Ανάκαμψης συμπεριλαμβάνεται δράση για την κατάρτιση των εργαζομένων με στόχο την καταπολέμηση των διακρίσεων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. 

Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να δεχτούμε ως κοινωνία ότι θα έχουμε πολίτες πολλών ταχυτήτων. Είναι χρέος μας η καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου να λειτουργήσει ως καταλύτης για τις αλλαγές εκείνες που θα εξασφαλίσουν στη χώρα μας ένα περιβάλλον ασφάλειας και ουσιαστικής ισότητας. Ωστε κάθε κορίτσι που μεγαλώνει σήμερα στην Ελλάδα, να αισθάνεται σίγουρο πως μπορεί να επιτύχει όσα και ο συμμαθητής του στο διπλανό θρανίο. Είναι πρωτίστως ζήτημα δικαιοσύνης – αλλά και προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης.

* Ο κ. Αλέξης Πατέλης είναι προϊστάμενος του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού.