ΑΠΟΨΗ

Δ. Σπινέλλης: Ένα μήνυμα με πολλούς αποδέκτες

Δ. Σπινέλλης: Ένα μήνυμα με πολλούς αποδέκτες

Τις τελευταίες μέρες συζητείται στην Αυστραλία σχέδιο νόμου που επιβάλλει στις εταιρείες που αναδημοσιεύουν ειδήσεις (π.χ. Google και Facebook) να πληρώνουν τους παραγωγούς τους, δηλαδή εφημερίδες, περιοδικά, ειδησεογραφικά πρακτορεία και άλλους ιστότοπους. H Google απείλησε ότι θα σταματήσει να παρέχει τις υπηρεσίες της στη χώρα, αλλά τελικά φαίνεται ότι ήρθε σε συμφωνία με μεγάλους εκδότες. Η Facebook αντέδρασε με την υλοποίηση ενός «φίλτρου» που εμποδίζει τους χρήστες της από το να αναρτούν ειδήσεις από άλλα μέσα. Η αντίδραση της εταιρείας αποτελεί μήνυμα με πολλούς αποδέκτες: τις κυβερνήσεις, τις εταιρείες της ψηφιακής οικονομίας, τις ρυθμιστικές αρχές, τους παραδοσιακούς παραγωγούς ειδήσεων και περιεχομένου και όλους τους πολίτες.

Οι κυβερνήσεις πρέπει να δράσουν ρυθμιστικά, αφού πρώτα αντιληφθούν τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν η δημοκρατία και η οικονομία από τεχνολογικούς κολοσσούς που ταυτόχρονα παράγουν, διανέμουν και ελέγχουν το ψηφιακό περιεχόμενο που καταναλώνει η πλειοψηφία των πολιτών τους. Το ότι αυτή η δράση έπρεπε να είχε μελετηθεί και αναληφθεί εδώ και χρόνια, φαίνεται από τη σημερινή δυσκολία της. Αφενός, οι εταιρείες αυτές είναι πια απαραίτητες σε μεγάλο τμήμα της οικονομίας και της κοινωνίας λόγω του μεγέθους τους και των πολυσχιδών δραστηριοτήτων τους. Αφετέρου, οι κυβερνήσεις δεν έχουν ουσιαστική εμπειρία ρύθμισης στο πεδίο αυτό, διότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι εταιρείες έχουν καταστεί πολυδιάστατα καινοτόμες: παράγουν το περιεχόμενο κυρίως μέσω αναρτήσεων χρηστών και ανάλυσης άλλων ιστοτόπων, το διανέμουν μέσω εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης (π.χ. Facebook, Twitter, Instagram, TikTok) και το ελέγχουν μέσω εξαιρετικά σύνθετων αλγορίθμων – συχνά με αδιαφανή νευρωνικά δίκτυα.

Αντίστοιχα, οι μεγάλες επιχειρήσεις της ψηφιακής οικονομίας οφείλουν να καταλάβουν ότι έχουν ξεπεράσει τα όρια της παντοδυναμίας τους. Για να αποφύγουν τις ζημιές που θα υποστούν από ακατάλληλες ή υπερβολικές νομοθετικές ρυθμιστικές ενέργειες, θα πρέπει οι ίδιες να προσαρμόσουν δραστικά τη δομή τους, τις δραστηριότητές τους και τον τρόπο δράσης τους. Μέχρι τώρα έχουμε δει μόνο φτιασιδώματα, όπως τη θέσπιση επιτροπών με γνωμοδοτική μόνο αρμοδιότητα, καθώς και άγαρμπες ενέργειες, όπως τις καταργήσεις λογαριασμών χρηστών με θολά και μη εφεσίβλητα κριτήρια.

Τμήμα της λύσης είναι και οι ρυθμιστικές αρχές για τον ανταγωνισμό, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις τηλεπικοινωνίες. Η κατανομή της διαφημιστικής πίτας αλλά και η δυσκολία επιβολής ρυθμίσεων που φάνηκε στην Αυστραλία δείχνουν ότι ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί αποτελεσματικά στο πεδίο δράσης των μεγάλων εταιρειών του κυβερνοχώρου. Η κυριαρχία των εταιρειών αυτών απαιτεί συντονισμό σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Επιπλέον, και οι Αρχές της κάθε χώρας θα πρέπει να δείξουν καλύτερα αντανακλαστικά. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, η θεσπισμένη με ευρωπαϊκό κανονισμό δικτυακή ουδετερότητα, φαίνεται ότι παραβιάζεται ασύστολα από προσφορές εταιρειών κινητής τηλεφωνίας για πρόσβαση σε συγκεκριμένες μόνο υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης και περιεχομένου. Οι παραδοσιακοί παραγωγοί περιεχομένου πρέπει και αυτοί να επαναξιολογήσουν τη στρατηγική τους. Πολλοί δεν επένδυσαν εγκαίρως και επαρκώς στις ψηφιακές τεχνολογίες, δεν καινοτόμησαν ώστε να κρατήσουν τους αναγνώστες και τους διαφημιστές τους και δεν προσάρμοσαν τα οικονομικά τους ώστε να είναι ανταγωνιστικοί των νέων ψηφιακών αντιπάλων τους. Ισως τώρα η αντίδραση των κυβερνήσεων ή των ψηφιακών κολοσσών να τους δώσει μια δεύτερη ευκαιρία να προσαρμοστούν αποτελεσματικά στα νέα δεδομένα.

Τέλος, ευθύνη έχουμε και όλοι μας ως πολίτες. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι όταν χρησιμοποιούμε «δωρεάν» ψηφιακές υπηρεσίες και προϊόντα, τελικά εμείς είμαστε το «προϊόν»: τα δεδομένα μας, οι προτιμήσεις μας, ο χρόνος μας, η σκέψη μας, οι σχέσεις μας, η προσοχή μας. Οφείλουμε, λοιπόν, να επαναξιολογήσουμε τη στάση μας σχετικά με τα ψηφιακά προϊόντα, τις υπηρεσίες και το περιεχόμενο. Να απομακρυνθούμε από το τοξικό, το ρηχό, το εθιστικό, το κλειστό και να στραφούμε (ναι, πληρώνοντας) στο ουσιαστικό περιεχόμενο· ειδικά για τις ειδήσεις σε «όλα τα νέα που αξίζει να δημοσιευθούν».
 
* Ο κ. Διομήδης Σπινέλλης είναι καθηγητής στο Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του ΟΠΑ και στο Τμήμα Τεχνολογίας Λογισμικού του Πολυτεχνείου του Ντελφτ. Είναι συνδρομητής σε δύο ειδησεογραφικά μέσα ενημέρωσης.