ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μονεμβασιά: Χωρίς πολεοδομικό σχεδιασμό δεν θα δίνονται άδειες

monemvasia-choris-poleodomiko-schediasmo-den-tha-dinontai-adeies-561414775

Η πολιτεία δεν μπορεί να αναβάλλει εσαεί τον πολεοδομικό σχεδιασμό, ιδίως στις περιπτώσεις οικισμών ή συνόλων που προστατεύονται από την αρχαιολογική νομοθεσία. Αυτό έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας με αφορμή τον οικισμό της Μονεμβασιάς, ακυρώνοντας άδεια του υπουργείου Πολιτισμού για την αλλαγή χρήσης κτιρίου. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο επισημαίνει, μάλιστα, ότι η αδράνεια της Πολιτείας οφείλεται συχνά στην πίεση τοπικών συμφερόντων που αντιτίθενται στη θέσπιση σαφών κανόνων.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκε το «Μαγειρείο του Μπόμπου». Το κτίριο, ιδιοκτησίας του Ιερού Ναού Ελκομένου Χριστού, όπου λειτούργησε από το 1981 έως το 1997 το εν λόγω καφενείο – οινομαγειρείο, δεν βρίσκεται επάνω στο κεντρικό καλντερίμι του οικισμού (όπου παραδοσιακά υπήρχαν τέτοιες χρήσεις) αλλά μέσα στην Κάτω Πόλη. Οπως αναφέρεται στο ιστορικό της απόφασης του ΣτΕ (Ε΄ Τμήμα, αρ. 2526/20, που καθαρογράφηκε πριν από μερικές ημέρες), το οινομαγειρείο λειτούργησε χωρίς άδεια από το υπουργείο Πολιτισμού, αλλά οι υπηρεσίες «έκαναν τα στραβά μάτια» εξαιτίας της προσωπικότητας του ιδιοκτήτη της επιχείρησης και της σχέσης του με τη Μονεμβασιά.

Το 2006, το κτίριο εκμισθώθηκε σε άλλον πολίτη, ο οποίος ζήτησε άδεια για να επαναλειτουργήσει ο χώρος ως παραδοσιακό καφενείο. Η άδεια τελικά απορρίφθηκε, ο μισθωτής προσέφυγε κατά της απόφασης και πέτυχε την ανάκλησή της, για τη λειτουργία του χώρου ως κατάστημα γευσιγνωσίας οίνου και τοπικών προϊόντων. Κατά της απόφασης προσέφυγαν στο ΣτΕ ο Σύλλογος Φίλων Μονεμβασιάς και τρεις κάτοικοι του οικισμού, πετυχαίνοντας τελικά την ακύρωσή της. 

Τι έκρινε λοιπόν το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο και γιατί αυτό παρουσιάζει ευρύτερο ενδιαφέρον; Οπως επισημαίνεται, η Μονεμβασιά προστατεύεται από τη νομοθεσία ήδη από το 1961 και σύμφωνα με τον αρχαιολογικό νόμο του 2002 τα υπουργεία Πολιτισμού και Περιβάλλοντος όφειλαν να εκδώσουν ένα προεδρικό διάταγμα με το οποίο να εξειδικεύσουν τους περιορισμούς: να πουν δηλαδή ποιες δραστηριότητες επιτρέπονται σε κάθε σημείο του οικισμού. Το διάταγμα αυτό δεν εκδόθηκε ποτέ, παρότι, σύμφωνα με τη νομοθεσία, θα έπρεπε να εκδοθεί «εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση του νόμου», ενώ στα χρόνια που μεσολάβησαν το ΥΠΠΟ έδινε άδειες κατά περίπτωση. «Η έκδοση του διατάγματος δεν επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια, αλλά συνιστά νομική υποχρέωση του νομοθέτη, διότι άλλως η αδράνεια της διοικήσεως και η επ’ άπειρον αναβολή της ρύθμισης των σχετικών ζητημάτων (υπό την πίεση, ενδεχομένως, τοπικών συμφερόντων που αντιτίθενται στη θέσπιση σαφών κανόνων) θα καθιστούσε κενό γράμμα την επιταγή του Συντάγματος και του νόμου και θα διαιώνιζε την περιπτωσιολογική αντιμετώπιση των ανακυπτόντων θεμάτων, με αποτέλεσμα την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και την ελλιπή προστασία του οικισμού», αναφέρεται στην απόφαση. Οπως, δε, καταλήγει, η απροθυμία της πολιτείας να ρυθμίσει τέτοιους οικισμούς συνεπάγεται τη δυνατότητα πολιτών να στραφούν κατά του κράτους (κατά της παράλειψης της διοίκησης να εκδώσει διάταγμα), αλλά και την αδυναμία περαιτέρω έκδοσης ατομικών αδειών. Η απόφαση αφορά ευρύτερα πλήθος οικισμών, όπως η Μονεμβασιά, που προστατεύονται από την αρχαιολογική νομοθεσία αλλά ταυτόχρονα κατοικούνται, και δεν διαθέτουν συγκεκριμένο πολεοδομικό πλαίσιο.