ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα Δεκεμβριανά του Μίκη

Τα Δεκεμβριανά του Μίκη

Ο Μίκης Θεοδωράκης θέλησε κάποτε να μιμηθεί και τον Αισχύλο. Εκείνος είχε ζητήσει να γράψουν στον τάφο του μόνο ότι πολέμησε τους Μήδους στον Μαραθώνα (το 490 π.Χ.). Ο Μίκης δήλωσε λοιπόν ότι του αρκούσε να γράφει το δικό του επιτύμβιο επίγραμμα: «Πολέμησε τον Δεκέμβρη» (του 1944). Μας το θύμισε ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας στον επικήδειο που εκφώνησε στη Μητρόπολη Αθηνών, χάρη στον πρωταγωνιστικό ρόλο που του πρόσφερε ο Μίκης με τη γνωστή ύστατη επιστολή («θέλω να αφήσω αυτόν τον κόσμο σαν κομμουνιστής»).

Ο Δ. Κουτσούμπας βρήκε την ευκαιρία να προσθέσει ότι αυτή η ιδέα για επιτύμβιο επίγραμμα αποδεικνύει πόσο περήφανος ήταν ο Μίκης για τη συμμετοχή του «σ’ αυτή την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στη χώρα μας». Είναι φανερή η αντίφαση με τους αγώνες «για την ενότητα των Ελλήνων» που επικαλείται ο Μίκης στην ίδια επιστολή. Γι’ αυτό, ήταν εύλογο να προκληθούν ποικίλα σχόλια και αντιδράσεις – μερικές μάλιστα εντελώς άστοχες. Αλλά η αντιφατικότητα ήταν πάντα συνυφασμένη με τον Μίκη και ήταν ακριβώς εκείνη που τον έκανε διαχρονικά σημείο αναφοράς και εκφραστή όλων σχεδόν των Ελλήνων. Ταίριαζε λοιπόν απόλυτα και σ’ αυτή την περίπτωση.

Ωστόσο, δεν είχε πολύ ενδιαφέρον ούτε νόημα η συζήτηση για τον Μίκη στα Δεκεμβριανά. Εχει όμως για «τα Δεκεμβριανά του Μίκη». Πώς θυμόταν ο ίδιος τα Δεκεμβριανά και τη δική του συμμετοχή σ’ αυτά, για την οποία καμάρωνε; Αρκεί εδώ η αυθόρμητη και χειμαρρώδης αφήγηση που έκανε στον Αλέξη Παπαχελά το 2004, για την εκπομπή «Φάκελοι», και τώρα αναδημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (5.9.21).

Από αυτήν την αφήγηση φαίνεται καθαρά ότι ο Μίκης θυμόταν τα Δεκεμβριανά όχι σαν «ταξική» σύγκρουση, όπως τα όρισε ο Δ. Κουτσούμπας, αλλά σαν πατριωτική αντίσταση κατά των Αγγλων. Εφτασε μάλιστα στο σημείο να πει: «Ολο το μίσος που είχαμε για τους Γερμανούς πήγε στους Αγγλους». Αυτούς πίστευε τότε ότι «έπρεπε να τους ρίξουμε στη θάλασσα»!

Ως ιστορική μαρτυρία για τα γεγονότα του 1944, η συγκεκριμένη αφήγηση του Μίκη έχει ελάχιστη αξιοπιστία και αξία. Αρκούν τρία απλά παραδείγματα, που δεν απαιτούν πολλές εξηγήσεις. Στις 3 Δεκεμβρίου, μπροστά στον Αγνωστο Στρατιώτη, τα βρετανικά τανκς ασφαλώς δεν «έριχναν τροχιοδεικτικά», όπως λέει ο Μίκης. Μόνο μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου είχε διαταγές ο ΕΛΑΣ να αποφεύγει τη σύγκρουση με τους Βρετανούς. Δεν ίσχυαν πλέον αυτές οι διαταγές «γύρω στις 20 Δεκεμβρίου» που λέει ο Μίκης ότι αποφάσισε να τις παραβεί. Λέει επίσης ότι το ΚΚΕ «δεν είχε σχέδιο» στα Δεκεμβριανά. Υπήρχε όμως σχέδιο, που εκδόθηκε από το Α΄ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ την 1η Δεκεμβρίου. Είναι μάλιστα δημοσιευμένο από το 1986 σε έκδοση της Σύγχρονης Εποχής…

Αλλά η αξία της αφήγησης του Μίκη είναι άλλη. Φωτίζει, όχι τα γεγονότα, αλλά τη δική του προσωπικότητα. Η αφήγηση αναβλύζει πηγαία ως εντελώς προσωπική (ή και «ναρκισσιστική») αναπόληση ενός νεανικού βιώματος. Κατά βάθος, θυμάται τα Δεκεμβριανά σαν συναρπαστική νεανική περιπέτεια, με τη σχεδόν παιδική αφέλεια που έδειχνε συχνά, γοητεύοντας τους συνομιλητές του.

Αυτό φαίνεται καθαρότερα όταν αναφέρεται στους Αγγλους. Στις 3 Δεκεμβρίου, στην πλατεία Συντάγματος, οι Βρετανοί εμφανίστηκαν καθυστερημένα και κατευναστικά, με τανκς και στρατιώτες. Επενέβησαν μάλιστα αμέσως για να σταματήσουν τους πυροβολισμούς των Ελλήνων αστυνομικών. Ο κόσμος καλωσόρισε την επέμβασή τους. Ομως ο Μίκης φαίνεται ότι δεν το κατάλαβε, ούτε τότε ούτε εκ των υστέρων. Το 2004 θυμάται ακόμη την παρουσία των Βρετανών ως αφόρητη πρόκληση. «Και τότε οι Εγγλέζοι, χωρίς να υπολογίζουν τίποτα, άρχισαν με τα τανκς να μπαίνουν μέσα στον κόσμο. Αργά βέβαια, για να μη σκοτώσουν, αλλά έμπαιναν μέσα στον κόσμο. Ηταν φοβερή πρόκληση». Αργότερα στα Σφαγεία, οι Εγγλέζοι εφοδίαζαν πολιορκημένους από τον ΕΛΑΣ χωροφύλακες και έπαιρναν τους τραυματίες. «Και δεν κάνανε μόνο αυτό, ήταν και στα τανκς επάνω και μας κοροϊδεύανε. Τότε λοιπόν εμείς, μπροστά σε αυτή την πρόκληση, αποφασίσαμε να τους χτυπήσουμε». Υποτίθεται ότι το αποφάσισαν αντίθετα με την κομματική γραμμή. Οχι επειδή τους χτυπούσαν τότε οι Εγγλέζοι, αλλά επειδή τους κορόιδευαν…

Ανάλογη νεανική αφέλεια χαρακτηρίζει και την αφήγηση της πολιορκίας και κατάληψης του αστυνομικού τμήματος της Νέας Σμύρνης, που παρουσιάζεται εντελώς αναίμακτη και καλοσυνάτη. «Δεν πειράξαμε κανέναν, κανέναν πραγματικά». Ο Μίκης μάλιστα συνόδευσε ο ίδιος έναν αξιωματικό στο σπίτι του για να τον προστατέψει.

Από την αφήγηση του Μίκη προκύπτει προπαντός κάτι καθοριστικό για τον ψυχικό μηχανισμό της επιλεκτικής μνήμης. Είναι η ανάμνηση της μεθυστικής παντοδυναμίας ενός 19χρονου, που απέκτησε για λίγο, ως «λοχαγός του ΕΛΑΣ» (;), εξουσία ζωής και θανάτου, όπως δείχνει το περιστατικό με τον αστυνόμο που πήρε υπό την προστασία του.

Η αίσθηση της παντοδυναμίας, όπως τη διατηρεί στη μνήμη, ήταν τόσο μεθυστική, ώστε ο 19χρονος «λοχαγός» ήταν έτοιμος τότε να αψηφήσει το ίδιο το ΚΚΕ και τις εντολές του. Αναφέρει μάλιστα ότι καταδικάστηκε επιτόπου σε θάνατο από «ανταρτοδικείο» για την ανυπακοή του. Αν είχε όντως εκτελεστεί τότε από τους συντρόφους του, θα είχε άραγε πεθάνει «σαν κομμουνιστής»; Πάντως, τα Δεκεμβριανά του Μίκη ασφαλώς δεν είναι τα ίδια με τα Δεκεμβριανά του Δ. Κουτσούμπα.

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.