ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πολυτεχνείο: Από το φάντασμα του εξευγενισμού στο φάντασμα των διαδηλώσεων

Πολυτεχνείο: Από το φάντασμα του εξευγενισμού στο φάντασμα των διαδηλώσεων

Αλήθεια, μέχρι πού ακριβώς εκτείνεται το κομμάτι του αθηναϊκού κέντρου που ονομάζουμε «περιοχή του Πολυτεχνείου»; Μέχρι εκεί που ορίζουν οι αγγελίες των μεσιτικών γραφείων; Μέχρι εκεί που ακούγονται τα μεγάφωνα της εκδήλωσης για την επέτειο της εξέγερσης του 1973; Μάλλον δεν υπάρχουν συμφωνημένα όρια και δεν πειράζει: στο κάτω κάτω, ειδικά στην περίπτωση ενός ιστορικού τοπόσημου σαν το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ενδιαφέρον σήμερα παρουσιάζουν και οι σύγχρονες λειτουργίες, τα αποκρυσταλλωμένα χαρακτηριστικά των γύρω δρόμων. Οι τελευταίοι, τουλάχιστον έπειτα από μια σύντομη περιήγηση τις προηγούμενες ημέρες, φαίνονται δραστήριοι, παρά τα κάποια κατεβασμένα ρολά: μπορεί κανείς εδώ να συναντήσει από σύγχρονα κέντρα αγοράς υπολογιστών μέχρι καταστήματα ρούχων με μαγαζάτορες που προϋπαντούν τους πελάτες στην είσοδο· από παλιά ή νέα θέατρα και νεότευκτες γκαλερί μέχρι φανταχτερά ενεχυροδανειστήρια ή καφετέριες για βιαστικούς εργαζομένους. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για την περιοχή, όμως η λέξη «υποβαθμισμένη» δεν είναι η πρώτη που έρχεται στον νου.

«Το πρόβλημα της υποβάθμισης του κέντρου, που το είδαμε από τα χρόνια της κρίσης αλλά και νωρίτερα, με την αποβιομηχάνιση», λέει στην «Κ» ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης, καθηγητής αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και συγγραφέας, «δεν αφορά μία μόνο περιοχή. Νομίζω ότι ιδίως το Πολυτεχνείο, αν το συγκρίνουμε με το Μεταξουργείο, με την περιοχή του παλιού Δημοτικού Βρεφοκομείου στην Πειραιώς ή με την πλατεία Θεάτρου, είναι από τις πιο ανθεκτικές στην υποβάθμιση περιοχές. Δεν είναι μόνο τα μαγαζιά. Μια περιοχή υποβαθμίζεται όταν την εγκαταλείπουν οι κάτοικοι. Οι κάτοικοι της περιοχής του Πολυτεχνείου –που ήταν το κατεξοχήν κέντρο της Αθήνας κυρίως στην πρώιμη νεωτερικότητά της, μετά τη δεκαετία του ’20– δεν την εγκαταλείπουν, παρά τις δυσκολίες ή τις δυσχέρειες που έχουν συχνά με τις διαδηλώσεις, και οι οποίες έχουν πάντως μειωθεί. Η περιοχή έχει πράγματι μια ζωτικότητα και αν κάποιοι φεύγουν, αμέσως αντικαθίστανται. Κυρίως, είναι μια περιοχή που μας θυμίζει ότι οι πόλεις, είτε μιλάμε για το Μανχάταν, το Βερολίνο, το Παρίσι, ακόμη και το Οσλο, είναι πεδία συγκρούσεων. Η πόλη-παράδεισος, σαν φαντασιακός κήπος της Εδέμ, υπάρχει μόνο στις gated communities, που δεν είναι πόλεις, αλλά περιφραγμένες ζώνες προστασίας για ομάδες υψηλών εισοδημάτων».

Ειδικά οι συγκρούσεις γύρω από το Πολυτεχνείο δεν είναι βέβαια μόνον οι προφανείς. Τα τελευταία χρόνια αρκετές συζητήσεις έγιναν είτε για το ενδεχόμενο σύνδεσης του κτιριακού συγκροτήματος του Πολυτεχνείου με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο είτε για τις συνθήκες φύλαξής του, οι οποίες, το 2015, όταν ο τοίχος του κτιρίου επί της οδού Στουρνάρη είχε σκεπαστεί από ένα μεγάλο εξπρεσιονιστικό γκράφιτι, αποδείχθηκαν μάλλον ελλιπείς.

Σε κάθε περίπτωση, ένα κρίσιμο ερώτημα σύμφωνα με τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη είναι το πώς βλέπουμε, πώς προσεγγίζουμε το Πολυτεχνείο. «Είναι το νεοκλασικό κτίριο», αναρωτιέται ο καθηγητής, «που σχεδίασε ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου και ενδιαφέρει όσους γνωρίζουν την ιστορία της αρχιτεκτονικής; Είναι ένα σύμβολο του αγώνα και της εξέγερσης, είναι ένας μπελάς πολεοδομικός που πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε; Ενα κενοτάφιο της γνώσης, μιας και το μεγάλο κομμάτι των σχολών του έχει μεταφερθεί αλλού; Ενα κενό προς αξιοποίηση ώστε να κάνουμε κάτι διαφορετικό; Νομίζω ότι το κτίριο ζει σε ένα καθεστώς που δεν είναι ούτε ζωντανό ούτε νεκρό. Και επειδή ακριβώς δεν ξέρουμε τι θα κάνουμε μαζί του, είναι εκτεθειμένο στις φαντασιώσεις μας. Η δαιμονοποίησή του συνδέεται με το γεγονός ότι δεν κάνουμε τίποτα για το κέντρο της Αθήνας τα τελευταία χρόνια, έτσι ξεφορτώνουμε τις ιδεοληψίες μας στην περιοχή του Πολυτεχνείου. Επειδή δεν φανταζόμαστε το μέλλον της πόλης, πέφτουμε στην εύκολη παγίδα να συμβολοποιούμε ορισμένα κτίρια ανάλογα με την πολιτική μας τοποθέτηση. Από τη μία εμφανίζεται το φάντασμα του εξευγενισμού, του gentrification, από την άλλη το φάντασμα των διαδηλώσεων».

«Μια μαύρη τρύπα»

Το πρώτο φάντασμα δεν θέλει να κατασκευαστεί σταθμός μετρό στη μικρή πλατεία Εξαρχείων. Το δεύτερο φάντασμα φοβάται πως οι πορείες και οι διαδηλώσεις οδηγούν σε επικίνδυνα έκτροπα. «Το Πολυτεχνείο», καταλήγει ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης, «έγινε μια μαύρη τρύπα που ρουφάει τα πάντα, ειδικά τα συμπλέγματά μας σε αυτά τα θέματα. Οταν βρισκόμαστε σε αδράνεια χωριζόμαστε στους από δω και στους από κει και στο μεταξύ, ο κόσμος γύρω από το Πολυτεχνείο περπατάει ή ψωνίζει· κάνει μια έκθεση σε μια νέα γκαλερί· κάθεται στο καφενείο και απλώς κοιτάει τον ουρανό».