ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μόλις 2% του νερού από λύματα αξιοποιείται

Ισοδύναμη με 24 εκατομμύρια γεμάτες  μπανιέρες την ημέρα είναι η ποσότητα των λυμάτων που παράγονται από νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε 464 αστικές περιοχές στην Ελλάδα

molis-2-toy-neroy-apo-lymata-axiopoieitai-561599491

Ισοδύναμη με 24 εκατομμύρια γεμάτες  μπανιέρες την ημέρα είναι η ποσότητα των λυμάτων που παράγονται από νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε 464 αστικές περιοχές στην Ελλάδα. Το 96,2% οδηγείται σε επεξεργασία σε κάποιον από τους 232 βιολογικούς καθαρισμούς της χώρας, όμως για το υπόλοιπο 3,8% (για ένα μέρος του οποίου η Ελλάδα καταβάλλει από το 2015 ευρωπρόστιμο) η προσπάθεια δεν έχει ακόμα λήξει, με τους βόθρους να αποτελούν τοπικά σημαντική πηγή υποβάθμισης υπογείων και επιφανειακών υδάτων.

Πολύ χαμηλά παραμένουν τα ποσοστά επαναχρησιμοποίησης του νερού για άρδευση –μόλις 2%–, παρότι κάτι τέτοιο θα ανακούφιζε πολλές περιοχές με οξύ υδατικό πρόβλημα. Η συνολική εικόνα για τη διαχείριση των λυμάτων στην Ελλάδα –και την Ευρωπαϊκή Ενωση– προέρχεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, με αφορμή την Παγκόσμια ημέρα τουαλέτας. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά:

• Η χώρα μας έχει επιτύχει τους στόχους που θέτει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, καλύπτοντας με βιολογικούς καθαρισμούς (30 δευτεροβάθμιους και 202 τριτοβάθμιους) το 96% των λυμάτων της. Συνολικά από βιολογικό καθαρισμό εξυπηρετούνται 10,5 εκατ. ισοδύναμου πληθυσμού από τα 11,9 εκατ. της χώρας. Ποσότητες που ισοδυναμούν σε 1,1 εκατ. ανθρώπων καταλήγουν σε βόθρους ή οικιακές/επαγγελματικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, ενώ σε ποσότητες ισοδύναμες με 0,26 εκατ. πληθυσμού τα λύματα καταλήγουν απευθείας στη θάλασσα (κάτι που επιτρέπει η Ε.Ε. να συμβαίνει σε οικισμούς κάτω των 10.000 κατοίκων, εφόσον αποδεικνύεται ότι δεν επηρεάζουν το περιβάλλον).

Το 96,2% οδηγείται σε επεξεργασία σε μονάδα βιολογικού καθαρισμού – Η Ελλάδα έχει επιτύχει τους στόχους της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος.

• Σύμφωνα με τα εθνικά σχέδια διαχείρισης λεκανών απορροής, τα επεξεργασμένα λύματα επηρεάζουν αρνητικά το 2,6% των λιμνών, το 2% των παράκτιων υδάτων και το 1,9%  των ποταμών. Από ανεπεξέργαστα λύματα επηρεάζεται το 3,6% των ποταμών, το 2,5% των μεταβατικών υδάτων και το 1,8% των υπογείων υδάτων.

• Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 100% έχουν επιτύχει τέσσερις χώρες – η Αυστρία, η Γερμανία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία. Αντίθετα, έξι χώρες –Ιρλανδία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Κροατία και Μάλτα– οδηγούν λιγότερο από το 50% των λυμάτων τους σε επεξεργασία. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 76%.

• Η διαχείριση της λυματολάσπης παραμένει ζήτημα στη χώρα μας. Σήμερα το 36,5% καίγεται (πρόκειται για τη λυματολάσπη από την Ψυτάλλεια, για την οποία υπάρχει εργοστάσιο ξήρανσης που τη μετατρέπει σε ένα είδος πέλετ, τα οποία καίγονται σε τσιμεντοβιομηχανία), το 35,7% θάβεται σε ΧΥΤΑ, το 9,9% χρησιμοποιείται ως λίπασμα στη γεωργία και το υπόλοιπο απορρίπτεται με άλλους τρόπους.

• Μόλις το 2% των λυμάτων στη χώρα επαναχρησιμοποιείται (προφανώς μετά τον καθαρισμό) για άρδευση ή για τον εμπλουτισμό των υπογείων υδάτων. Ανάμεσα στις περιοχές των οποίων το νερό χρησιμοποιείται για άρδευση είναι οι: Θήβα, Σπερχειάδα, Νέος Μαρμαράς, Νέα Πέραμος, Τυμπάκι, Μάταλα, Ανώγεια, Μπαλί, Πάνορμος και Χερσόνησος.

Αύξηση κόστους, έλλειψη προσωπικού

Την αγωνία τους για τις επιπτώσεις τόσο των αυξήσεων στις τιμές του ρεύματος όσο και της επιδεινούμενης υποστελέχωσής τους εξέφρασαν πριν από μία εβδομάδα τα μέλη της Eνωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Υδρευσης- Αποχέτευσης (ΕΔΕΥΑ). «Η αύξηση του κόστους του ρεύματος στις ΔΕΥΑ υπολογίζεται στο 40% και είναι μεγαλύτερο στις μικρές επιχειρήσεις που λειτουργούν με εγκαταστάσεις χαμηλής τάσης», εξηγεί η γενική διευθύντρια της ΕΔΕΥΑ, Ολγα Κοτσελίδου. «Το πρόβλημα δεν οφείλεται μόνο στις πρόσφατες ανατιμήσεις. Από την ίδρυσή τους οι ΔΕΥΑ τιμολογούνται όπως οι κοινοί καταναλωτές, παρότι οι βιολογικοί καθαρισμοί έχουν χαρακτηριστικά βιομηχανικής εγκατάστασης και υπηρετούν την κοινή ωφέλεια. Με τις τελευταίες αυξήσεις η κατάσταση είναι πλέον μη διαχειρίσιμη», εξηγεί. «Σημαντική είναι και η έλλειψη προσωπικού. Στις 126 ΔΕΥΑ της χώρας υπολογίσαμε ότι χρειάζονται συνολικά περί τις 2.500 προσλήψεις, εκ των οποίων οι 800 για επιστημονικό προσωπικό. Παρότι οι ΔΕΥΑ είναι ανταποδοτικές επιχειρήσεις, δηλαδή δεν επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, έχουν υπαχθεί στους ίδιους περιορισμούς προσλήψεων με το υπόλοιπο Δημόσιο. Ως αποτέλεσμα, ιδίως οι παλαιότερες ΔΕΥΑ χάνουν συνεχώς προσωπικό που συνταξιοδοτείται χωρίς να αναπληρώνεται».