ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ψαροφαγία κάνει καλό και στο περιβάλλον…

Πράσινη αλιεία, αποτύπωμα ιχθυοκαλλιεργειών και παράκτια δραστηριότητα

i-psarofagia-kanei-kalo-kai-sto-perivallon-561661453

Η διατροφή με ψάρια είναι εν γένει πιο υγιεινή και πολύ πιο ευνοϊκή για το περιβάλλον και την αποτροπή της κλιματικής απορρύθμισης σε σχέση με την κατανάλωση κρέατος. Η Ελλάδα έχει μακρά παράδοση αλιείας και σήμερα μια πολύ ισχυρή βιομηχανία εκτροφής ψαριών, με την οποία τροφοδοτεί την ευρωπαϊκή αγορά. Ποιο είναι όμως το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των ιχθυοκαλλιεργειών, αλλά και των αλιευτικών μεθόδων, ποιοι παράγοντες δρουν επιβαρυντικά και πώς μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση, ειδικά στην τωρινή εύθραυστη κλιματική συνθήκη; Μια πρωτότυπη έρευνα του εργαστηρίου Ιχθυολογίας του Τμήματος Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης φωτίζει πολύ ενδιαφέρουσες πλευρές, ανασύροντας από τον βυθό της πραγματικότητας μη αναμενόμενα ερευνητικά ευρήματα.

Στο πλαίσιο πρόσφατης έρευνας για την ελληνική υδατοκαλλιέργεια και την παράκτια αλιεία μικρής κλίμακας, το εργαστήριο Ιχθυολογίας πραγματοποίησε μια εκτίμηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των δύο σημαντικών αυτών κλάδων. Στην έρευνα, με συντονιστή τον αναπληρωτή καθηγητή Κώστα Γκάνια, συμμετείχαν ο υποψήφιος διδάκτορας Ευάγγελος Κωνσταντινίδης και η μεταπτυχιακή φοιτήτρια Αναστασία Σαπουνά, οι οποίοι συνέλεξαν έναν μεγάλο όγκο στοιχείων καταναλώσεων, παραγωγής, εισροών και εκροών από δύο περιοχές με σημαντική παραγωγή ιχθυοκαλλιέργειας και αλιείας, τη Σαγιάδα στη Δυτική Ελλάδα και τον Θερμαϊκό κόλπο αντίστοιχα. Οι δύο ερευνητές βασίστηκαν στη μέθοδο αξιολόγησης του κύκλου ζωής (LCA), η οποία εκτιμά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που συνδέονται με ένα προϊόν ή μια διεργασία και προσδιορίζει τόσο την ενέργεια και τις πρώτες ύλες που απαιτούνται για την παρασκευή του προϊόντος, όσο και τις εκροές που προκύπτουν από όλες τις διαδικασίες και επιβαρύνουν το περιβάλλον, όπως εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ευτροφισμός, οικοτοξικότητα κ.λπ.

Στην έρευνά του για την ιχθυοκαλλιέργεια ο κ. Κωνσταντινίδης εφάρμοσε την LCA στα διαδοχικά στάδια της παραγωγής, από την παραγωγή του γόνου, την παρασκευή ιχθυοτροφών, την εκτροφή και την τελική συσκευασία των ψαριών, στοχεύοντας στην ανίχνευση των πιο περιβαλλοντικά επιβαρυντικών διαδικασιών. «Οι ιχθυοτροφές βρέθηκαν ως ο πλέον επιβαρυντικός παράγοντας, επηρεάζοντας τις 17 από τις 18 εξεταζόμενες κατηγορίες επίπτωσης, με κύρια την οικοτοξικότητα των εσωτερικών και των θαλάσσιων υδάτων. Αν και η θαλασσοκαλλιέργεια βασίζεται στην εκτροφή ψαριών στο φυσικό τους περιβάλλον, εντούτοις η κατηγορία “κατανάλωση νερού” επηρεάστηκε σε πολύ υψηλό ποσοστό στη φάση της παραγωγής γόνου στα εκκολαπτήρια, καθώς η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται σε χερσαίες εγκαταστάσεις. Στο στάδιο της συσκευασίας των ψαριών, αν και προκαλεί μικρότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον, αποκαλύφθηκε ότι η χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και των ιχθυοκιβωτίων από φελιζόλ (EPS) ήταν οι πλέον επιβαρυντικοί παράγοντες. Σε ό,τι αφορά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, η παρασκευή ιχθυοτροφών ήταν ο κυριότερος παράγοντας. Συνολικά εκτιμήθηκε ότι εκπέμπονται 6,3 κιλά CO2 ανά κιλό εκτρεφόμενου λαβρακιού, τιμή υψηλότερη από άλλα σημαντικά είδη της ευρωπαϊκής ιχθυοκαλλιέργειας, όπως ο σολομός και η πέστροφα με 5,1 και 5,4 κιλά αντίστοιχα», σημείωσε ο κ. Γκάνιας.

Μια πρωτότυπη έρευνα του εργαστηρίου Ιχθυολογίας του Τμήματος Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Για την αλιεία μικρής κλίμακας η κ. Σαπουνά διαπίστωσε ότι μικρότερης ιπποδύναμης σκάφη παρουσιάζουν χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμου ανά κιλό αλιεύματος, οδηγώντας σε μειωμένες εκπομπές αερίων.

Εύρημα – έκπληξη

«Το σημαντικότερο όμως εύρημα της μελέτης ήταν ότι, σε αντίθεση με προγενέστερες μελέτες για άλλες περιοχές της Ευρώπης, η μεγαλύτερη επίπτωση δεν προκαλείται από τα καύσιμα, αλλά από την αντικατάσταση των αλιευτικών εργαλείων εξαιτίας των μεγάλων ζημιών που υφίστανται, κυρίως από τις επιθέσεις δελφινιών. Λόγω των ζημιών αυτών οι ψαράδες αναγκάζονται να αντικαθιστούν τα δίχτυα τους έως και τέσσερις φορές τον χρόνο. Πρόκειται για μια διαδικασία που πολλαπλασιάζει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της παράκτιας αλιείας, τόσο μέσω της βιομηχανικής παραγωγής νέων διχτυών όσο και μέσω της απώλειας των κατεστραμμένων διχτυών στο περιβάλλον. Τα τελευταία αποδομούνται με εξαιρετικά αργό ρυθμό, γεμίζοντας τη θάλασσα μικροπλαστικά κι εξακολουθώντας να αλιεύουν ψάρια και άλλους υδρόβιους οργανισμούς, φαινόμενο γνωστό και ως “αλιεία φάντασμα”. Από την άλλη πλευρά η συμβολή άλλων εισροών στη διαδικασία της αλιείας, όπως η χρήση της πλαστικής σακούλας ή των ιχθυοκιβωτίων από φελιζόλ για την εμπορία και τη διακίνηση των αλιευμάτων παίζει πολύ μικρότερο ρόλο σε σχέση με τους άλλους παράγοντες», αναφέρει ο καθηγητής του ΑΠΘ.

Ενδιαφέρον είναι πως οι δύο μελέτες κατέδειξαν πως πολλές φορές η δημόσια συζήτηση κατακλύζεται από ένα μόνο θέμα (π.χ. πλαστική σακούλα, καλαμάκια κ.λπ.), αγνοώντας παράγοντες που είναι πολύ πιο επιβαρυντικοί για το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή.

i-psarofagia-kanei-kalo-kai-sto-perivallon0

Κρέας – αλιεύματα: συγκρίνοντας… μπουκιές 

«Μια μπουκιά κρέατος βοοειδών αντιστοιχεί σε δεκαπλάσιες έως και δεκαπενταπλάσιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε σχέση με μια αντίστοιχη μπουκιά ψαριών ή θαλασσινών αλιείας ή υδατοκαλλιέργειας. Εντούτοις, αν και η κατανάλωση τροφών από τη θάλασσα αποτελεί μια από τις πλέον αειφορικές επιλογές, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης», υπογραμμίζει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Γκάνιας. «Σήμερα οφείλουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά. Από το τι αυτοκίνητο θα αγοράσουμε και με ποιον τρόπο θα θερμαινόμαστε, μέχρι φυσικά τις καταναλωτικές μας επιλογές και τις διατροφικές μας συνήθειες. Η ψήφιση του νέου κλιματικού νόμου και η θέσπιση μέτρων σταδιακής μείωσης των εκπομπών αερίων από ρυπογόνες επιχειρήσεις επιβάλλει την εκτίμηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος σε όλους τους τομείς της αγροδιατροφής, συμπεριλαμβανομένων των υδατοκαλλιεργειών και της αλιείας», συμπληρώνει.

Ειδικά για την Ελλάδα, που κατέχει δύο σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτιές. «Η χώρα μας είναι η σημαντικότερη παραγωγός λαβρακίου και τσιπούρας θαλασσοκαλλιέργειας στην Ευρώπη, ενώ παρά τον μικρό σχετικά όγκο της παραγωγής διαθέτουμε τον μεγαλύτερο στόλο μικρών παράκτιων σκαφών εμπορικής αλιείας, μεγαλύτερο από αυτούς της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου», αναφέρει ο κ. Γκάνιας.

Πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί η κατάσταση στους δύο τομείς που εξέτασε το εργαστήριο Ιχθυολογίας του ΑΠΘ; «Η μείωση της συμμετοχής ζωικών συστατικών στις ιχθυοτροφές, η μείωση της κατανάλωσης νερού στα εκκολαπτήρια γόνου και η χρήση περιβαλλοντικά φιλικών υλικών στην εφοδιαστική αλυσίδα των αλιευμάτων θα μειώσει δραστικά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας. Σε ό,τι αφορά την αλιεία, ο περιορισμός των καταστροφών των αλιευτικών εργαλείων με δίχτυα νέας τεχνολογίας, πιο ανθεκτικά ή και απωθητικά για τους μεγάλους θαλάσσιους θηρευτές, αλλά και η μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων με χρήση υβριδικών κινητήρων ή κινητήρων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, επίσης θα μειώσουν σημαντικά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ανά κιλό προϊόντος», λέει ο συντονιστής της έρευνας. Οπως σημειώνεται, η μέθοδος αξιολόγησης του κύκλου ζωής (LCA) εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και τον μεσογειακό χώρο. Επιδίωξη είναι η παραπέρα χρήση της για την επίτευξη μιας ολιστικής θεώρησης για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον.