ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Με λογισμό και μ’ όνειρο»: Ενα ιστορικό λεύκωμα της Alpha Bank

a1
a2
a3

Τη φράση «Με λογισμό και μ’ όνειρο» απόσπασμα από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Διονυσίου Σολωμού χρησιμοποίησε ο κ. Γιάννης Σ. Κωστόπουλος το 1987, στα εγκαίνια του Κεντρικού Κτιρίου της Alpha Bank, προκειμένου να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι της Τράπεζας την είχαν οδηγήσει στην πρωτοπορία των ευρωπαϊκών τραπεζών.

«Με λογισμό και μ’ όνειρο» είναι και ο τίτλος της έκδοσης του Ιστορικού Αρχείου της «Alpha Bank 19ος – 21ος αιώνας», που εξιστορεί και απεικονίζει την πορεία της Τράπεζας, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται 140 περίπου χρόνια πίσω όταν το 1878 ιδρύθηκε στην Καλαμάτα ο Εμπορικός Οίκος Ι.Φ. Κωστόπουλου, ο οποίος λίγο μετά ανέπτυξε και τραπεζικές δραστηριότητες.

Η παρουσίαση της έκδοσης έγινε χθες σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Κεντρικό Κτίριο της Τράπεζας από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κώστα Κωστή και τον Διευθυντή της εφημερίδας «Η Καθημερινή» κ. Αλέξη Παπαχελά. Την εκδήλωση τίμησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Προκόπιος Παυλόπουλος, ενώ παρευρέθησαν οι πρώην Πρωθυπουργοί κ.κ. Αντώνης Σαμαράς, Παναγιώτης Πικραμμένος και Λουκάς Παπαδήμος, ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Γιάννης Στουρνάρας, ο Πρόεδρος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κ. Γιώργιος Μιχελής, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κ. Χαράλαμπος Γκότσης, ο Πρόεδρος του Χρηματιστηρίου Αθηνών κ. Ιάκωβος Γεωργάνας, ο Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Ενώσεως Τραπεζών κ. Χρήστος Γκόρτσος, εκπρόσωποι του οικονομικού και επιχειρηματικού κόσμου και φίλοι της Τραπέζης.Εκ μέρους της Alpha Bank, παρέστησαν ο Επίτιμος Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου κ. Γιάννης Σ. Κωστόπουλος, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου κ. Βασίλειος Θ. Ράπανος, ο Διευθύνων Σύμβουλος κ. Δημήτριος Π. Μαντζούνης, τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και της Διοικήσεως, καθώς και ενεργά και αποχωρήσαντα στελέχη της Τράπεζας.

Σταθμός αυτής της πορείας υπήρξε το έτος 1916, όταν ο Ιωάννης Φ. Κωστόπουλος, με τη συνεργασία της Λαϊκής Τραπέζης, δημιούργησε, με έδρα την Καλαμάτα, την Τράπεζα Ι.Φ. Κωστοπούλου με τη μορφή της Ετερόρρυθμης Εταιρίας, η οποία δύο χρόνια αργότερα, το 1918, έδωσε τη θέση της στην Τράπεζα Καλαμών, που λειτουργούσε πλέον ως Ανώνυμη Εταιρία. Ακολούθησε το 1924 η συγχώνευση της Τράπεζας Καλαμών με το τραπεζικό τμήμα του οίκου Ι.Φ. Κωστοπούλου και δημιουργήθηκε η Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως, με έδρα την Αθήνα, που ανέπτυξε ένα περιφερειακό δίκτυο υποκαταστημάτων στην Νότιο Πελοπόννησο. Στα χρόνια της οικονομικής ανασυγκρότησης που ακολούθησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως, η οποία το 1947 μετονομάσθηκε σε Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως, υπήρξε η μοναδική Τράπεζα του μεγέθους της που κατάφερε να εξέλθει από τις δύσκολες συνθήκες εκείνης της περιόδου και προσανατολίσθηκε πλέον στην ανάπτυξη ενός εθνικού δικτύου υποκαταστημάτων. Από τη δεκαετία του 1970, η Τράπεζα Πίστεως, όπως ονομάστηκε το 1972, υπήρξε πρωτοπόρος στον τομέα του εκσυγχρονισμού του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, ενώ μετά την απελευθέρωσή του, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, είχε ήδη διαμορφώσει τη φυσιογνωμία ενός τραπεζικού Ομίλου που της επέτρεπε να παρέχει ευρύ φάσμα καινοτόμων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.

Το 1999 η Alpha Τράπεζα Πίστεως -ονομασία που υιοθετήθηκε το 1994- εξαγόρασε το 51% των μετοχών της Ιονικής Τραπέζης, πραγματοποιώντας τη μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση που είχε γίνει ποτέ στην Ελλάδα. Η συγχώνευση των δύο τραπεζικών ιδρυμάτων ολοκληρώθηκε το αμέσως επόμενο έτος, ενώ η νέα διευρυμένη Τράπεζα που προέκυψε ονομάσθηκε Alpha Bank.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Alpha Bank κ. Δημήτριος Π. Μαντζούνης, κατά τον χαιρετισμό του στην εκδήλωση, αναφέρθηκε στους σημαντικότερους σταθμούς της ιστορικής διαδρομής της Τράπεζας, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στις δεκαετίες 1970, 1980 και 1990, ήτοι “την εποχή του Γιάννη Κωστόπουλου”, ο οποίος εισήγαγε βαθιές αλλαγές για την Τράπεζα και σημαντικές καινοτομίες για την ελληνική αγορά. Ο κ. Μαντζούνης ανέφερε χαρακτηριστικά την αλλαγή της επωνυμίας και του λογοτύπου της Τράπεζας, τη σημαντική επέκταση του δικτύου και την αλλαγή του ύφους των καταστημάτων, τα οποία έγιναν πιο φιλικά προς τον πελάτη, ήδη από τη δεκαετία του 1970, όταν ο κ. Κωστόπουλος ανέλαβε τη Διοίκηση της Τράπεζας. Από τότε όπως σημείωσε, ήταν η μόνη Τράπεζα, που κάθε νέο της Κατάστημα κοσμούσε ένα έργο Έλληνα καλλιτέχνη. 

Ο κ. Μαντζούνης υπογράμμισε επίσης ότι, κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες, η Τράπεζα μεγάλωνε αλλά κυρίως καινοτομούσε, εισάγοντας, μεταξύ άλλων, στην ελληνική αγορά, τα ΑΤΜ, τις χρεωστικές κάρτες, το leasing και το factoring, ενώ το 1994 ήταν η πρώτη ελληνική Τράπεζα που επέκτεινε τις εργασίες της στο εξωτερικό, ιδρύοντας θυγατρική Τράπεζα στη Ρουμανία και εξαγοράζοντας την Commercial Bank of Near East στη Μεγάλη Βρετανία.

Αναφέρθηκε επίσης στη σημαντική πολιτιστική δραστηριότητα της Τράπεζας, τόσο εντός όσο και εκτός των ελληνικών συνόρων, υπενθυμίζοντας ότι, με χρηματοδότηση του κ. Γιάννη Σ. Κωστοπούλου, δημιουργήθηκαν δύο αίθουσες στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, όπου παρουσιάζεται αρχαία ελληνική τέχνη. Διέκρινε επίσης, μεταξύ των σημαντικότερων σταθμών στη μακρόχρονη πορεία της Alpha Bank, την εξαγορά, το 1999, της Ιονικής και Λαϊκής Τραπέζης, το ιστορικό Κτίριο της οποίας φιλοξένησε και τη χθεσινή εκδήλωση.
Αναφερόμενος στη δεκαετία του 2000, τόνισε ότι, με την ευκαιρία της χορηγίας των Ολυμπιακών Αγώνων, η Alpha Bank καλλιέργησε την ιδέα του εθελοντισμού και έτσι σήμερα άνω των 400 εθελοντών από το προσωπικό της, στηρίζουν, με την προσωπική τους συμμετοχή, τις δράσεις Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης της Τράπεζας.

Η εξαγορά της Εμπορικής Τραπέζης, των συνεταιριστικών τραπεζών και μέρους των εργασιών της Citi στην Ελλάδα, αποτελούν ορισμένες από τις σημαντικότερες εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας, κατά τη διάρκεια της οποίας εκδηλώθηκε η οικονομική κρίση. Ο κ. Μαντζούνης χαρακτήρισε «άθλο» τις επιτυχημένες ανακεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών και υπογράμμισε το γεγονός ότι, κατά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση, η Alpha Bank δεν έλαβε κρατική βοήθεια.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, δεσμεύθηκε ότι «η Alpha Bank και οι άνθρωποί της θα συνεχίσουν αυτό που άρχισε ο Ιωάννης Κωστόπουλος, προ ενάμισυ αιώνος, με λογισμό και μ’ όνειρο».

Ο κ. Κωστής, κατά την παρουσίαση της Έκδοσης, τόνισε ότι στόχος δεν ήταν η δημιουργία ενός απλού λευκώματος με φωτογραφίες ή άλλο εικαστικού χαρακτήρα υλικό, αλλά η αφήγηση της ιστορίας της Τράπεζας, χωρίς πολλές τεχνικές λεπτομέρειες μέσα από ένα κείμενο βατό, ακόμη και στον μη ειδικό, το οποίο στηρίζεται και στοιχειοθετείται από το εικονογραφικό υλικό. Η ιστορική εξέλιξη της Alpha Bank περιλαμβάνει μία πορεία συνεχούς επέκτασης, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που προσέφερε η κάθε εποχή και αντιμετωπίζοντας με επιτυχία συχνά μεγάλες δυσκολίες. Συναντήθηκε με ορισμένα από τα σημαντικότερα ιδρύματα της ελληνικής τραπεζικής ιστορίας, τα οποία αφομοίωσε, με αποτέλεσμα, στη συνέχεια, να καταστούν αναπόσπαστα κομμάτια της.

Ο κ. Κωστής ανέφερε επίσης, ότι, μέσω της Έκδοσης, αποτίεται φόρος τιμής στους ανθρώπους που, με τον δικό του τρόπο ο καθένας, συνέβαλαν στην επιτυχή λειτουργία και τη διαρκή εξέλιξη της Τράπεζας. Ως εκ τούτου, μνημονεύονται οι βιογραφίες των σημαντικών προσωπικοτήτων που “σφράγισαν” με τη δράση τους την ιστορία της Alpha Bank, πολλοί εκ των οποίων έπαιξαν σημαντικό ρόλο και στην ιστορία της χώρας μας. Ενδεικτικώς ανέφερε τον Αλέξανδρο Κορυζή, πρωθυπουργό της χώρας το 1941, τον Διονύσιο Λοβέρδο, τον Γεώργιο Ιατρού και τον Σταύρο Κωστόπουλο, μικρότερο υιό του Ι.Φ. Κωστοπούλου, επί πολλά έτη Βουλευτή Μεσσηνίας και επανειλημμένως Υπουργό και Διοικητή της Εθνικής Τραπέζης.

Στην καθοριστική συμβολή του κ. Γιάννη Σ. Κωστοπούλου στην εξέλιξη της Alpha Bank επικέντρωσε την παρουσίασή του ο κ. Παπαχελάς, ο οποίος αναφέρθηκε σε ιστορίες και γεγονότα που κατά καιρούς του έχει αφηγηθεί ο  κ. Κωστόπουλος. Τόνισε ότι η Τράπεζα άντεξε στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες γιατί έχει «βαθιές ρίζες», όπως είπε, οι οποίες είναι «ο σεβασμός στην παράδοση, η προστασία και η διαφύλαξή της, το αίσθημα ευθύνης απέναντι στην κοινωνία και ο επαγγελματισμός». Η παράδοση και οι αρχές που διακρίνουν την Alpha Bank δεν μεταδίδονται, τόνισε, μόνο μέσα από το οικογενειακό DNA, πράγμα που συμβαίνει και παίζει τον ρόλο του, αλλά μέσα από έναν τρόπο σκέψης και λειτουργίας που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους και τα στελέχη της Τραπέζης.