ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Νύχτα με την γάτα

gata

Αυτή θα ήταν η παρθενική μου νύχτα στο κτήμα μόνος. Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα, καθώς λέει το ποίημα, ελάχιστη παρηγοριά όμως ήταν αυτή, έτσι όπως σουρούπωνε και οι σκιές ζύγωναν από παντού, κάτω από τις θεόρατες λεύκες και τα πληθωρικά πλατάνια, ψιθυρίζοντάς μου την αίσθηση της μόνωσης. Οκτώβριος μήνας και η ημέρα λιγόστευε επικίνδυνα. Μόνος με φαντάσματα, αυτό σκεφτόμουν με μια ισχυρή δόση δραματοποίησης, κάπως έτσι ήταν όμως, με όλους τους πρόσφατους, νωπούς νεκρούς της οικογένειας συγκεντρωμένους γύρω μου, αόρατους μα θορυβώδεις μέσα μου, απόντες μα παρόντες με έναν συντριπτικό τρόπο. Δεν το ήξερα τότε, αλλά θα ήταν μια νύχτα μύησης, γεμάτη δάκρυα, άφθονο οινόπνευμα, ξέφρενες μουσικές και σπασμωδικά νυχτερινά τηλεφωνήματα σε φίλους και ψυχοθεραπευτή, μια νύχτα που θα περνούσα δίχως συντροφιά – παρεκτός τις δυο μου γάτες.

Συνεπώς, δεν ήμουν εντελώς μόνος. Αλλά αυτό δεν το αντιλήφθηκα παρά μετά, καθώς βάθαινε η νύχτα και τα εσωτερικά, προσωπικά μου φίδια ξετρύπωναν απ’ τις φωλιές τους. Δεν ξέρω πώς θα ήταν όλο αυτό αν ήμουν χωρίς τις γάτες μου. Οχι ότι θα είχε συμβεί κάτι τραγικό, αλλά δεν θα είχα το ξόρκι τους, η μοναξιά θα ήταν απολύτως βαριά και ασήκωτη. Δεν ήταν χάρη στο απορημένο βλέμμα τους καθώς με έβλεπαν στιγμές στιγμές να χάνω τον έλεγχο. Ξαπλωμένες στον καναπέ, η τιγροειδής Ζιζού και ο ημίλευκος Κύριος Γάτος περίπου αδιαφορούσαν για το μικρό, ασήμαντο δράμα που παιζόταν ολόγυρά τους, έκαναν το λουτρό τους, σχολαστικά, με αφοσίωση και πάθος, αντάλλασσαν κάποιες γρήγορες, αστραπιαίες νυχιές αν ένιωθαν πως η μία στενεύει το χώρο της άλλης, πότε πότε όμως έγλειφαν η μία την άλλη, στοργικά, προστατευτικά – και, φυσικά, έκλειναν τα μάτια και έπαιρναν αυτές τις απίθανες στάσεις που παίρνουν οι γάτες όταν κοιμούνται σε ένα απόλυτα ασφαλές μέρος.

Μέσα στην παραζάλη μου, είδα ξαφνικά πως ό,τι και να κάνουν οι γάτες είναι αστείο, κωμικό και μέσα στα κλάματα άρχισα να γελάω: οι γάτες τρώνε και είναι αστείες. Πλένονται και είναι αστείες. Κοιμούνται και είναι αστείες. Σε κοιτούν απλώς, πλακώνοντας όλα τους τα πόδια κάτω από το ελαστικό τους σώμα, και είναι αστείες. Γουργουρίζουν ή χαϊδεύονται και είναι αστείες. Κυνηγάνε ή παίζουν και τότε κι αν είναι αστείες. Ο,τι και να κάνουν οι γάτες βγάζει γέλιο. Και κάποιες στιγμές που αισθάνεσαι πως η ζωή σου είναι μια σειρά από αλληλένδετους πόνους, μια γάτα έρχεται να σου υπενθυμίσει πως υπάρχει πάντοτε η επόμενη στιγμή, η στιγμή όπου ο πόνος θα έχει περάσει. Το ίδιο συνέβη και μ’ εμένα εκείνη τη δύσκολη νύχτα του φθινοπώρου του 2006. Διακριτικά, χωρίς να μου φορτωθούν, ήρθαν και μου πήραν τον πόνο και το φόβο, απλώς με το να είναι εκεί και να είναι ο εαυτός τους.

Η αλήθεια είναι πως δεν κατάλαβα ποτέ το δίλημμα «σκύλος ή γάτα». Δεν αντιλήφθηκα ποτέ το διαχωρισμό. Πάντοτε απαντούσα «ΚΑΙ σκύλος, ΚΑΙ γάτα». Εξάλλου μεγάλωσα με σκύλους και γάτες. Εχω κλάψει και για σκύλους, και για γάτες. Το γεγονός πως σήμερα ζω σε διαμέρισμα, στην Αθήνα, μου επέβαλε, για πρακτικούς λόγους, τη συντροφιά της γάτας. Αν όμως είχα τη χαρά της μονοκατοικίας, δεν υπήρχε περίπτωση να μην είχα ΚΑΙ σκύλο. Λένε πως ο σκύλος σού προσφέρει τις υπηρεσίες του, ενώ η γάτα τον εαυτό της. Ισως – αν και νομίζω πως ο αφορισμός αδικεί το μεγαλείο του σκύλου. Το βέβαιο είναι πως σε αντίθεση με τη γάτα, ο σκύλος μπορεί, πολύ συχνά, να έχει κάτι το λυπημένο, στο βλέμμα του. Μια γλυκιά, αλλόκοτα ανθρώπινη θλίψη. Μάλλον αυτό εκτιμούν όσοι προτιμούν τα σκυλιά: το ότι βγάζουν τη λύπη τους προς τα έξω τα φέρνει πιο κοντά στους ανθρώπους. Αντίθετα, η γάτα, όταν λυπάται, όταν φοβάται, όταν νιώθει απειλή, όταν προαισθάνεται το τέλος της, αποσύρεται, κρύβεται, χάνεται. Αυτό που ξέρω πάντως είναι πως, όποτε χρειάστηκα τη γάτα -και ιδίως τέτοιες δύσκολες νύχτες-, ήταν εκεί, μαζί μου, δίπλα μου, γουργουρίζοντας και παίρνοντας το βάρος του κόσμου πάνω από τις πλάτες μου.

Ο Ροΐδης το έχει γράψει πολύ καλά: «Αν εξαιρέσωμεν τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, δεν πιστεύω να υπάρχωσιν άλλα επί γης πλάσματα όσον οι γάτοι συκοφαντηθέντα». Πράγματι· οι περισσότεροι παρατηρούν τις αδέσποτες γάτες στο δρόμο να μοιάζουν με φοβισμένους άρπαγες των σκουπιδιών, να μην κουνάνε ουρά χαρωπά και να πέφτουν ανάσκελα για να τις χαϊδέψουν. Να είναι ένα άγριο, ιδιοτελές αρπακτικό. Καλώς πράττουν οι γάτες και τρέχουν μακριά όταν βλέπουν άνθρωπο να πλησιάζει· το έχουν πληρώσει πολλές φορές με πόνο στην Ελλάδα. Οι μοναδικές αδέσποτες γάτες που έχω δει να μη φοβούνται τον άνθρωπο είναι οι γάτες της Κωνσταντινούπολης και της Τουρκίας εν γένει – ίσως διότι ο Μωάμεθ αγαπούσε πολύ τις γάτες. Οπως και να ’χει, πρέπει να δώσεις λίγο χρόνο και χώρο στη γάτα για να σε εμπιστευθεί. Αξιώνει κάτι από σένα, δεν είναι εύκολη ούτε βολική. Γίνεται εύκολη και βολική αφού κερδίσεις την εμπιστοσύνη της. Και τότε συνειδητοποιείς πως έχεις δίπλα σου όχι μόνο έναν σύντροφο, αλλά και έναν κωμικό με οίστρο. Η γάτα έχει χιούμορ, ίσως αν μιλούσε, να αυτοσαρκαζόταν κιόλας – χαρακτηριστικό των αριστοκρατικών όντων.

Παραδόξως όμως, και ενώ είναι ένα κατεξοχήν κωμικό ζώο, την ίδια στιγμή η γάτα διατηρεί μια γοητεία που συνήθως χαρακτηρίζει κάθε τι ανοίκειο. Η γοητεία προϋποθέτει μιαν υπονόμευση της εγγύτητας. Η γάτα κατορθώνει με έναν εντελώς δικό της τρόπο να είναι κοντά σου και συνάμα να κρατάει τις αποστάσεις της. Δεν χάνει τη γοητεία της και, βέβαια, δεν χάνει τον αισθησιασμό της: στις κινήσεις της, στη σιλουέτα της, στα χάδια της. Το γατίσιο βλέμμα ή το γατίσιο κορμί, τα γατίσια χάδια, όλα αυτά καταλογίζονται κατά κανόνα σε μια γυναίκα με υψηλό δείκτη αισθησιασμού. Σεξισμός, θα πουν σήμερα κάποιοι. Αυτοί χάνουν.

Γοητεία, αισθησιασμός – στοιχεία που φουντώνουν τα πάθη, τους πόθους. Και όμως, άλλο παράδοξο αυτό, η γάτα σε προκαλεί να είσαι ήρεμος. Ζώντας χρόνια με γάτες, έμαθα να κάνω πιο ήρεμες, πιο αργές κινήσεις. Οι απότομες, θορυβώδεις μετακινήσεις και χειρονομίες αναστατώνουν και τρομάζουν μια γάτα. Δεν το θέλεις αυτό όταν βρίσκεται ξαπλωμένη επάνω σου, δεν το θέλεις αυτό γενικά. Οπότε ηρεμείς κι εσύ μαζί της, ακολουθείς μιαν ιδιότυπη γατίσια γιόγκα και τα πάντα μπαίνουν στη θέση τους, παίρνουν τη θέση τους.

Εχω δει τις γάτες μου να με περιμένουν να γυρίσω σπίτι. Τις έχω δει να είναι πλάι μου, στο σπίτι, να βρίσκονται όπου βρίσκομαι κι εγώ. Επιζητούν την ανθρώπινη συντροφιά. Είναι ψέμα πως η γάτα δεν θέλει συντροφιά. Παράδειγμα, ο Κύριος Γκρι της φίλης μου της Σίσσυς. Ενας από τους πιο όμορφους γάτους που έχω δει: ένα μεταλλικό, βελούδινο γκρι σε όλα του. Γκρι είναι οι πατούσες του, γκρι είναι τα μάτια του, γκρι είναι τα μουστάκια του, ακόμα και η μύτη του. Ο Κύριος Γκρι, λοιπόν, του οποίου τυγχάνω νονός, απεχθάνεται με λύσσα όλες τις άλλες γάτες, αλλά λατρεύει την ανθρώπινη συντροφιά. Είναι ο απόλυτος αγκαλίτσας – αυτός που μοιάζει με θηριώδη πάνθηρα. Και χάρη σε αυτόν βάφτισα «Κύριο Γκρι» την ομώνυμη στήλη μου στο ένθετο «Τέχνες και Γράμματα» της κυριακάτικης «Καθημερινής». Ο Κύριος Γκρι είναι ένας γάτος λοιπόν. Ενας υπέροχος γάτος με τον οποίο είναι υπέροχο να κοιμάσαι αγκαλιά.

Για να επιστρέψω όμως σε εκείνη τη ζόρικη νύχτα της μύησης, στο κτήμα του Βόρειου Ευβοϊκού, αργά, πολύ αργά, εξουθενωμένος από την ένταση, έπεσα να ξαπλώσω, φοβούμενος τα όνειρα που θα επακολουθούσαν. Η λεπτεπίλεπτη Ζιζού και ο μαμούχαλος Κύριος Γάτος (στον οποίο συχνά απευθύνομαι στον πληθυντικό) ήρθαν στο κρεβάτι και κούρνιασαν πλάι μου. Ηταν μια ευλογία, σαν να άκουγα το εξαίσιο ντουέτο με χορωδία από την «Τρικυμία» του Πέρσελ: «Αστρο κανένα ποτέ δεν θα σε βλάψει». Κι όταν ήρθε το πρωί, όλα είχαν περάσει. Σηκωθήκαμε και οι τρεις μαζί, τους άνοιξα να βγουν έξω, στο κτήμα, και ήταν, ήμαστε, όλοι ιδιαίτερα ευτυχείς. Εκτοτε κοιμάμαι στο ίδιο σπίτι μόνος δίχως σκιές, δίχως θορυβοποιά πνεύματα. Και κοντά στα δύο δεκάχρονα αιλουροειδή μου προστέθηκαν άλλα δύο, η Πουρπουρίκα και η Φουκουόκα, τέσσερις (4) το σύνολο.

Μας επιτρέπουν ακόμα, σ’ εμένα, στη γυναίκα μου και την κόρη μας, να μένουμε μαζί τους. Δεν καταλάβαμε πότε γίναμε φιλοξενούμενοί τους στα σπίτια μας. Παραμένουν πάντως οι γλυκύτεροι, οι πιο διασκεδαστικοί οικοδεσπότες του κόσμου.