ΚΟΣΜΟΣ

Ιδρωσε, αλλά επανεξελέγη ο Ντούντα στην Πολωνία

doc20200715

«Οπου και αν πιστεύουμε, όποιο χρώμα και αν έχει το δέρμα μας, όποιον υποψήφιο και αν στηρίξαμε και όποιον άνθρωπο και αν αγαπάμε είμαστε ίσοι και αξίζουμε σεβασμό. Κανείς δεν αξίζει να γίνει αντικείμενο μίσους. Πρέπει να εκτιμάμε ο ένας τον άλλο». Οι δηλώσεις της 25χρονης κόρης του νεοεκλεγέντος Πολωνού προέδρου Αντρέι Ντούντα, την επομένη των προεδρικών εκλογών, ήρθαν σε ευθεία αντίθεση με τον τόνο της προεκλογικής εκστρατείας, την οποία σχολιαστές παρομοίασαν με «αγώνα κατς» (είδος θεαματικής πάλης χωρίς κανόνες).

Η επανεκλογή του Ντούντα δίνει στον ισχυρότερο πολιτικό της χώρας, τον πρόεδρο του κυβερνώντος κόμματος PiS, Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, την ελευθερία να χαράσσει πολιτική για τρία ακόμη χρόνια, έως τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, διασφαλίζοντας τη συνεχιζόμενη ηγεμονία του κόμματος που κυβερνά την Πολωνία από το 2015.

Ομως η επικράτηση του υποψηφίου του PiS απέναντι στον δημοφιλή δήμαρχο της Βαρσοβίας Ράφαλ Τρζασκόφσκι ήταν οριακή, αποκαλύπτοντας ότι η διαπάλη εξουσίας ανάμεσα στην πατερναλιστική, λαϊκή δεξιά του PiS και τη φιλοευρωπαϊκή, φιλελεύθερη κεντροδεξιά της Πλατφόρμας Πολιτών παραμένει ενεργή. Ο Κατσίνσκι είχε επιχειρήσει να αποτρέψει τη διεξαγωγή κανονικής προεκλογικής εκστρατείας, επιμένοντας στη διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών στις 10 Μαΐου, εν μέσω καραντίνας. Ωστόσο, οι απόπειρές του να καθιερώσει εσπευσμένα την επιστολική ψήφο προσέκρουσαν στις αντιρρήσεις των ίδιων των κοινοβουλευτικών συμμάχων του, ενώ ακόμη και η Καθολική Εκκλησία, που ήταν και παραμένει πολύτιμο στήριγμα του PiS, διαφώνησε με τη διεξαγωγή των εκλογών υπό συνθήκες που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τη διάδοση του ιού.

Η αναβολή έδωσε στο στρατόπεδο της Πλατφόρμας Πολιτών την ευκαιρία να αναδιοργανωθεί, να αλλάξει υποψήφιο και να φθάσει πολύ πιο κοντά στην επικράτηση (49%-51%) από όσο θεωρείτο πιθανό μόλις την άνοιξη. Παρακολουθώντας τις επίσημες δηλώσεις γύρω από τις εκλογές είχε κανείς την εντύπωση ότι η Πολωνία βρισκόταν μπροστά σε μια αρχέγονη, αποφασιστική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα που τα χωρίζει η άβυσσος. Στην πραγματικότητα υπάρχει και το τρίτο στρατόπεδο, των Πολωνών που δεν ψηφίζουν και οι οποίοι αποτελούν το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος. «Η πατρίδα καλεί τους συμπατριώτες σε καθολική κινητοποίηση. Είναι μια επιλογή πολιτισμού που θα καθορίσει τη μορφή της πατρίδας για τις επόμενες γενιές», ανέφερε η έκκληση του υπεύθυνου της πολωνικής κυβέρνησης για θέματα Διασποράς, την οποία μετέφερε η Εκκλησία στους πιστούς σε όλο τον κόσμο.

Ο νέος «εχθρός»

Στις εκλογές του 2016, ο ρόλος του φοβήτρου που θα συσπείρωνε τους ψηφοφόρους γύρω από το PiS επιτελέστηκε αποτελεσματικά από τους μετανάστες, παρότι η χώρα δεν είχε δει και πολλούς. Αυτή τη φορά, με το μεταναστευτικό να έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, ο εχθρός ήταν «η ιδεολογία των LGBT» (ομοφυλοφίλων) την οποία ο Ντούντα χαρακτήρισε «νεο-μπολσεβικισμό πιο επικίνδυνο και από τον κομμουνισμό». Μεγάλοι, ευανάγνωστοι από τους ηλικιωμένους που αποτελούν την εκλογική πελατεία του PiS τίτλοι στα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια διακήρυτταν «Ο Τρζασκόφσκι πολεμάει τους καθολικούς», «Ο Τρζασκόφσκι υπέρ των LGBT».

Την ίδια ώρα, ο φιλελεύθερος υποψήφιος έβρισκε φιλόξενη στέγη στα ιδιωτικά κανάλια, τα οποία ο υπουργός Δικαιοσύνης, ο σκληροπυρηνικός Ζιόμπρο, έβαλε στο στόχαστρο την επόμενη κιόλας ημέρα των εκλογών. «Πρέπει να συζητήσουμε πώς θα κάνουμε τα μέσα ενημέρωσης ξανά πολωνικά», είπε ο Ζιόμπρο, ενώ η εν μέρει ξένη ιδιοκτησία των καναλιών συνδυάστηκε με τον φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό του φιλελεύθερου υποψηφίου για να απαξιωθεί ως πράκτορας ξένων συμφερόντων.

Τίποτα από όλα αυτά, ωστόσο, δεν θα αρκούσε για να εξασφαλίσει τη νίκη του Ντούντα αν το PiS δεν είχε χτίσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο μέσα από την άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Το κόμμα του Κατσίνσκι βάσισε την εκστρατεία του στην έννοια της «ασφάλειας» στην οποία συμπεριέλαβε και την οικονομική ασφάλεια που προσέφεραν τα σημαντικού ύψους επιδόματα τέκνων για όλους, η καθιέρωση 13ης σύνταξης και μια σειρά άλλων μέτρων. Το βάθος και η σαρωτική έκταση του οικονομικού μετασχηματισμού στη χώρα μετά το 1989 άφησαν κοινωνικές πληγές, ιδίως στην ύπαιθρο και στα ανατολικά της χώρας, οι οποίες παράγουν ακόμη και σήμερα, τρεις δεκαετίες αργότερα, πολιτικά αποτελέσματα.