ΚΟΣΜΟΣ

Ρόμπερτ Φισκ, ο δημοσιογράφος των πολέμων

Ο Ρόμπερτ Φισκ μπροστά σε γκρεμισμένο κτίριο στη Δαμασκό, το 2018 (φωτ. Α.Ρ.).

Ο 74χρονος Ρόμπερτ Φισκ, ο δημοσιογράφος όλων των πολέμων, πέθανε ειρηνικά την Κυριακή στο Δουβλίνο, πρωτεύουσα της θετής πατρίδας του, της Ιρλανδίας. Ο Φισκ ήταν μία μοναδική περίπτωση πολεμικού ανταποκριτή, ιστορικού και αναλυτή και το γεγονός ότι είχε τιμηθεί με περισσότερα δημοσιογραφικά βραβεία από οποιονδήποτε Βρετανό δεν αρχίζει καν να περιγράφει περί τίνος επρόκειτο.

Ο Φισκ γεννήθηκε στο Κεντ της Αγγλίας από γονείς που δεν ήθελαν ο μοναχογιός τους να γίνει δημοσιογράφος – όμως οι ίδιοι, με έναν τρόπο, τον έσπρωξαν εκεί, μεταφέροντας τις εμπειρίες τους από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Στο τέλος του πολέμου του πατέρα μου, μετά τη νίκη των Συμμάχων, το 1918, οι νικητές χώρισαν τα εδάφη των πρώην εχθρών τους. Μέσα σε μόλις 17 μήνες, χάραξαν τα σύνορα της Βόρειας Ιρλανδίας, της Γιουγκοσλαβίας και του μεγαλύτερου μέρους της Μέσης Ανατολής. Πέρασα όλη μου την καριέρα –στο Μπέλφαστ και το Σεράγεβο, τη Βηρυτό και τη Βαγδάτη– να βλέπω τους λαούς μέσα σε αυτά τα σύνορα να καίγονται», έγραψε ο Φισκ στον πρόλογο του 1.300 σελίδων βιβλίου του «Ο μεγάλος πόλεμος για τον πολιτισμό, η κατάκτηση της Μέσης Ανατολής». 

Ηταν 1973 και βρισκόταν στο Μπέλφαστ, ως νεαρός ανταποκριτής των «Τάιμς» του Λονδίνου, όταν διαπίστωσε κάτι με το οποίο, αργά ή γρήγορα, όλοι οι δημοσιογράφοι έρχονται αντιμέτωποι: η πραγματικότητα που έβλεπε απείχε δραματικά από την επίσημη εκδοχή των συμβάντων. Επέλεξε να γράψει τα πράγματα με το όνομά τους, έστω και αν αυτό δυσαρεστούσε τον βρετανικό στρατό και αργότερα πολλούς άλλους ισχυρούς στρατούς του πλανήτη, των οποίων τα ψεύδη αποκάλυπτε. 

«Η δημοσιογραφία», έλεγε, «πρέπει να ελέγχει την εξουσία, κάθε εξουσία, ιδίως όταν οι κυβερνήσεις και οι πολιτικοί μάς πηγαίνουν σε πόλεμο». Τον έλεγχο αυτό τον ασκούσε με τον μόνο τρόπο που ήξερε, πηγαίνοντας επί τόπου, μιλώντας με τους ανθρώπους, αναζητώντας θραύσματα από όλμους ή οβίδες στα χαλάσματα, μετρώντας πτώματα στα νεκροτομεία.

Οταν τον είχα συναντήσει στη Βρετανία, τον Οκτώβριο του 2006, απέναντί μας στο τρένο καθόταν ένας κύριος με τον οποίο έπιασε αμέσως κουβέντα. Ο κύριος δήλωσε σύμβουλος στο βρετανικό υπουργείο Αμυνας. «Εσείς εδώ δεν βλέπετε το τελικό προϊόν» του είπε, εισπράττοντας βλέμμα απορίας. Το τελικό προϊόν ήταν, φυσικά, τα δεκάδες χιλιάδες πτώματα που είχε δει, μυρίσει και περιγράψει ο Φισκ τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες. «Δεν έχετε αποκτήσει ανοσία;», τον είχα ρωτήσει. «Οχι, συνεχίζω να νιώθω μεγάλη οργή», ήταν η απάντηση. 

Η συνύπαρξη έστω και για λίγες ώρες με τον Φισκ ήταν σαν να βάζει κανείς το βίντεο σε γρήγορη κίνηση, ζώντας ταυτόχρονα σε πολλές διαστάσεις – στο παρόν αλλά και σε διάφορες στιγμές του παρελθόντος, στο σημείο που τυχαίνει να βρίσκεται εκείνη τη στιγμή αλλά και σε όλα τα άλλα από τα οποία είχε περάσει. Τη μία στιγμή μπορούσε να μιλήσει για τον φόβο του τη νύχτα που πήρε συνέντευξη από τον Οσάμα μπιν Λάντεν στα βουνά του Αφγανιστάν, για τη φρίκη του πολέμου στο Ιράκ και για την τάση των δυτικών δημοσιογράφων να καλλωπίζουν την ισραηλινή κατοχή και την άλλη να κάνει πλάκα μιμούμενος την αγγλική προφορά Αράβων, Ισραηλινών, Γάλλων και Ιρλανδών. 

Ο Φισκ δεν είχε οικογένεια, υπήρξε για ένα διάστημα παντρεμένος με την πολεμική ανταποκρίτρια Λάρα Μάρλοου και έβλεπε με περιφρόνηση τους συμβιβασμούς των συναδέλφων που πρέπει «να πληρώσουν το στεγαστικό τους δάνειο και το σχολείο των παιδιών τους». Στη συνέντευξη εκείνη, τον ρώτησα αν έχει αρχίσει να κουράζεται. Η ερώτηση ήταν ρητορική – πιο πολύ κουραζόμουν εγώ προσπαθώντας να ακολουθήσω τους ρυθμούς του. «Δεν ξέρω, ίσως σταματήσω να πηγαίνω σε εμπόλεμες ζώνες στα 80 μου», είχε απαντήσει. Την Παρασκευή υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, ενώ σκόπευε να επιστρέψει στο σπίτι του στην παραλία της Βηρυτού, όπου έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του. Ως τα 80, του έμεναν ακόμη έξι χρόνια.