ΑΠΟΨΗ

Ο φόβος του Ερντογάν είναι το ΔΝΤ

Φωτ. Presidential Press Office/Handout via REUTERS.

Ενα από τα ζητήματα που συχνά-πυκνά απασχολούν τους αναλυτές της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής είναι ο αντίκτυπος των εγχώριων οικονομικών εξελίξεων στο πεδίο των γεωπολιτικών της στοχεύσεων. Η αντικατάσταση τόσο του πρόεδρου της κεντρικής τράπεζας όσο και του υπέρμετρα δραστήριου υπουργού Οικονομικών και γαμπρού του Τούρκου πρόεδρου αναδεικνύει το μείζον πρόβλημα που καλείται να διαχειριστεί ο ένοικος του Λευκού Παλατιού. Το οποίο δεν είναι άλλο από το να εκκινηθεί μια διαδικασία που θα οδηγήσει στην αναστροφή της καταρρακωμένης αξιοπιστίας της οικονομίας ως απόρροια του μείγματος ανορθόδοξης πολιτικής που έχει τα τελευταία χρόνια ακολουθήσει η Αγκυρα.

Η επιλογή δύο προσώπων με τεχνοκρατικό προφίλ και συγχρονισμένες αντιλήψεις για την απολύτως αναγκαία αλλαγή πλεύσης μέσω της κατ’ αρχήν σταθεροποίησης της λίρας και της άρσης της καχυποψίας των αγορών θα εξαρτηθεί από τον βαθμό αναστροφής των επιζήμιων παρεμβάσεων του Τούρκου προέδρου στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Αυτή τη φορά, το μακρύ χέρι της προεδρίας ενδέχεται να περιορίσει το αποτύπωμά του εξαιτίας του αυξημένου κινδύνου η κρίση να εξοκείλει, συμπαρασύροντας την οικονομία στην αγκαλιά του ΔΝΤ (αν και ήταν αυτό χάρη στο οποίο κατάφερε ο κ. Ερντογάν να επιλύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, που έθετε σοβαρούς περιορισμούς στην εξωτερική του πολιτική).

Μια εξέλιξη που μετά βεβαιότητος ο κ. Ερντογάν επιθυμεί να αποφύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι. Και αυτό διότι θα αποτελούσε ένα ισχυρό πλήγμα και μια μεγάλη πολιτική ήττα απέναντι στο εθνικό αντιδυτικό/αντιιμπεριαλιστικό αφήγημα που συστηματικά εκτρέφει μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα (2016). Μια τέτοια εξέλιξη ασφαλώς και θα προκαλούσε ισχυρά ρήγματα και εκλογικές απώλειες, τόσο για το AKP όσο και για τον κυβερνητικό του εταίρο Ντεβλέτ Μπαχτσελί (MHP). Επιπλέον, θα αποτελούσε γεωπολιτική ήττα αφαιρώντας βαθμούς ελευθερίας στην πορεία αυτονόμησης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και οδηγώντας σε αύξηση της αμερικανικής μόχλευσης μέσω επαναδιαπραγμάτευσης των εκτός συνόρων επιδιώξεων της Αγκυρας.

Με βάση τα παραπάνω, εύλογο είναι το ερώτημα σε ποιο βαθμό οι κυοφορούμενες εξελίξεις επηρεάζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Με τις τελευταίες να αποτελούν μια περισσότερο ανεξάρτητη μεταβλητή, αφού ακόμη και μια προσφυγή στο ΔΝΤ δεν θα αποτελούσε «game changer» παράδειγμα παρά μόνον εάν η πολεμική αναμέτρηση Ελλάδας και Τουρκίας περιλαμβανόταν στους σχεδιασμούς του Τούρκου προέδρου. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ταυτόχρονα, τα ελληνοτουρκικά δεν ιεραρχούνται ως ζήτημα που χρήζει άμεσης τακτοποίησης και διευθέτησης εκ μέρους του διεθνούς παράγοντα. Ακόμη και αν ξεκινήσει μια διαδικασία, παραμένει αβέβαιη η έκβασή της και με ανοικτό τον χρονικό ορίζοντα. Συμπερασματικά, οι εξελίξεις στην τουρκική οικονομία (με ή χωρίς προσφυγή στο ΔΝΤ) δεν πρόκειται να επιδράσουν αποφασιστικά στην πολιτική που θα ακολουθήσει η Αγκυρα έναντι της Αθήνας. Η οικονομία υποχρεώνει τον Τούρκο πρόεδρο να αποφύγει τις μεγάλες περιπέτειες, αλλά όχι απαραιτήτως τις μικρές και ακίνδυνες εξορμήσεις· σταθμίζοντας τις όποιες αποφάσεις του περισσότερο με όρους εσωτερικής πολιτικής και λιγότερο διεθνών αγορών.
 
* Ο κ. Σωτήρης Σέρμπος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.