ΚΟΣΜΟΣ

Κλιματική αλλαγή, ιστορικές δεσμεύσεις αλλά με αστερίσκους

Δεν λαμβάνονται εμπροσθοβαρή μέτρα

klimatiki-allagi-istorikes-desmeyseis-alla-me-asteriskoys-561186304

Οι νέες δεσμεύσεις του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ και η εκλογή του Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο έχουν αυξήσει τις πιθανότητες να περιοριστεί η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας στους 2,1 βαθμούς Κελσίου, δηλαδή σε επίπεδα λιγότερο καταστροφικά από όσο προβλεπόταν έως τώρα. 

Συνολικά 127 χώρες, υπεύθυνες για το 63% των παγκόσμιων ρύπων, έχουν πλέον δεσμευθεί ότι θα επιτύχουν τον στόχο των μηδενικών ρύπων έως το 2050 ή, στην περίπτωση της Κίνας, «πριν από το 2060». 

Πρόκειται για τεράστιο άλμα σε επίπεδο δεσμεύσεων. Η επίκληση του ορίζοντα του 2050, όμως, αποσπά την προσοχή από τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν άμεσα, ώστε να υπάρχει η ελπίδα ότι θα επιτευχθεί ο στόχος του Παρισιού, που είναι η συγκράτηση της ανόδου της θερμοκρασίας στον 1,5 βαθμό Κελσίου. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε περίπου στον +1,2 βαθμό Κελσίου σε σύγκριση με τα προβιομηχανικά επίπεδα και το γεγονός ότι ο Νοέμβριος που μόλις διανύσαμε ήταν ο θερμότερος Νοέμβριος από καταβολής μετρήσεων δεν λογίζεται πλέον καν ως είδηση. Οι πιο πρόσφατες τάσεις δείχνουν άνοδο θερμοκρασίας της τάξης του 0,15 με 0,2 βαθμού Κελσίου ανά δεκαετία, κάτι που σημαίνει ότι τα περιθώρια μέχρι τον 1,5 βαθμό στενεύουν ασφυκτικά.  

Ως εκ τούτου, δεν αρκεί οι χώρες να υιοθετούν δεσμεύσεις, πρέπει και οι δεσμεύσεις αυτές να είναι εμπροσθοβαρείς. Κυρίως, οι δεσμεύσεις αυτές χρειάζεται να περάσουν από το επίπεδο των εξαγγελιών στο επίπεδο της εφαρμοσμένης πολιτικής. Τα ινστιτούτα που καταρτίζουν την έκθεση Carbon Tracker έχουν υπολογίσει ότι υπάρχει πολύ σημαντικό κενό ανάμεσα στους στόχους για μηδενικούς ρύπους το 2050, από τη μία πλευρά, και στις επιπτώσεις των πολιτικών που σήμερα ακολουθούνται ή που έχουν εξαγγελθεί, από την άλλη πλευρά. 

Οι επιπτώσεις της διαφοράς αυτής είναι της τάξης του 0,8 βαθμού Κελσίου, ανεβάζουν δηλαδή την υπερθέρμανση και πάλι σε επίπεδα δραματικά για τις ανθρώπινες κοινωνίες και τα οικοσυστήματα. 

Εξαιτίας του κορωνοϊού, το 2020 αναμένεται να κλείσει με μειώσεις στην καύση άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου κατά 8%, 7% και 3% αντιστοίχως. Προκειμένου να έχουμε ελπίδες για συγκράτηση της ανόδου της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας στον 1,5 βαθμό, κάθε χρόνο έως το 2030 χρειάζονται μειώσεις στην κατανάλωση ορυκτών καυσίμων της τάξης του 11%, 4% και 3% αντιστοίχως (στοιχεία της πρόσφατης έκθεσης του ΟΗΕ με τίτλο Production Gap). Δηλαδή, η πρόκληση για την παγκόσμια οικονομία είναι να συνέλθει μεν από την κρίση του κορωνοϊού, αλλά να παραμείνει περίπου σε επίπεδα κορωνοϊού ως προς τα ορυκτά καύσιμα, αντί να επανέλθει στην προηγούμενη τροχιά αύξησης της χρήσης τους κατά περίπου 2% ετησίως.  

Η προαναφερθείσα έκθεση του ΟΗΕ δείχνει ότι οι μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη αφιερώνουν περισσότερα κονδύλια ανάκαμψης σε ρυπογόνες δραστηριότητες παρά στη μετάβαση στην πράσινη οικονομία. Συγκεκριμένα, έως τον Νοέμβριο του 2020, οι χώρες του G20 είχαν δεσμευθεί ότι θα χορηγήσουν 233 δισεκατομμύρια δολάρια σε δραστηριότητες που υποστηρίζουν, αμέσως ή εμμέσως, την άντληση και καύση ορυκτών καυσίμων αντί 146 δισεκατομμυρίων για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εξοικονόμηση ενέργειας και οικονομικές δραστηριότητες χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος.
Στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπάρχουν έντονες διαμάχες για το ζήτημα αυτό, από την έκβαση των οποίων θα κριθεί μεταξύ άλλων και η τύχη του προγράμματος που υπέβαλε η Ελλάδα στο Ταμείο Ανθεκτικότητας και Ανάπτυξης και το οποίο στα μέτρα προώθησης της πράσινης ανάπτυξης περιλαμβάνει «την επέκταση του δικτύου του φυσικού αερίου».  

O Μπάιντεν

Ενδέχεται πάντως ο Νοέμβριος του 2020 να αποδειχθεί μήνας καμπής για τις εξελίξεις στον τομέα της πράσινης μετάβασης, καθώς με την εκλογή του Τζο Μπάιντεν οι ΗΠΑ όχι μόνο θα επιστρέψουν στη συμφωνία του Παρισιού, αλλά κυρίως φιλοδοξούν να θέσουν σε εφαρμογή γιγάντιο πρόγραμμα πράσινης μετάβασης, της τάξης των 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον χρόνο. Το πρόγραμμα Μπάιντεν περιλαμβάνει την πλήρη εξάλειψη των ρύπων από την ηλεκτροπαραγωγή έως το 2035, σημαντικά κίνητρα για την ηλεκτροκίνηση και την ενεργειακή αναβάθμιση εκατομμυρίων δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων και τη δημιουργία πολύ περισσότερων θέσεων εργασίας από αυτές που θα χαθούν με το κλείσιμο των λιγνιτικών σταθμών και των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Ιδιαίτερα κομβικός θα είναι ο ρόλος της υπουργού Οικονομικών, Τζάνετ Γέλεν, η οποία έχει τη δύναμη να θέσει περιορισμούς στη ροή τραπεζικού δανεισμού προς τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, λόγω του συστημικού κινδύνου που μπορεί να συνιστά για το τραπεζικό σύστημα η υπερβολική ροή κεφαλαίων προς έναν κλάδο με αβέβαιες προοπτικές.