ΚΟΣΜΟΣ

Σοβαροί κίνδυνοι εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων

Παρασκηνιακές κινήσεις και έντονη ανησυχία παρά την πενταετή παράταση της αμερικανορωσικής συμφωνίας START

Σοβαροί κίνδυνοι εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων

Η απειλή είναι διαχρονική και παγκόσμια, αλλά το πιο πρόσφατο καμπανάκι κινδύνου για τη γειτονιά μας προήλθε από την Ινδία. Το πρώην διευθυντικό στέλεχος των ινδικών υπηρεσιών πληροφοριών Σ. Ντ. Πραντάν υποστήριξε ότι οι υψηλού επιπέδου στρατιωτικές επαφές ανάμεσα στην Τουρκία και στο Πακιστάν στις 22 Δεκεμβρίου αφορούσαν μεταξύ άλλων και συνεργασία στον τομέα των πυρηνικών όπλων. Γράφοντας στους Times of India, ο Πραντάν έκανε λόγο για κινεζική – βορειοκορεατική – πακιστανική σύμπραξη για τη μεταφορά πυρηνικής τεχνολογίας στην Τουρκία.

Ενώ η σύμπραξη αυτή μένει να επιβεβαιωθεί, η ανησυχία είναι διάχυτη στους διεθνείς διπλωματικούς κύκλους. Το βρετανικό περιοδικό Economist αναφερόταν, στο πρώτο θέμα του τελευταίου φύλλου του, στον υπαρκτό κίνδυνο να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία. Στο μεταξύ, η συνεργασία της Τουρκίας με τη Ρωσία εξελίσσεται σε κοινή θέα. Οι τέσσερις πυρηνικοί αντιδραστήρες στο Ακούγιου, στον κόλπο της Μερσίνας, κατασκευάζονται σε ένα αυτοκτονικό, από περιβαλλοντικής σκοπιάς, εγχείρημα που δεν έχει οικονομικό νόημα (ούτε ένας ιδιώτης επενδυτής δεν βρέθηκε να συμμετάσχει) αλλά χρησιμεύει για την απόκτηση από την Αγκυρα πυρηνικής τεχνογνωσίας που μπορεί να στηρίξει ένα πιθανό τουρκικό στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα. Η Τουρκία έχει επικυρώσει τη συνθήκη για τη μη διάδοση των πυρηνικών (ΝΡΤ) αλλά πλέον αμφισβητεί ανοικτά το θεμέλιο στο οποίο βασίζεται. «Τα πυρηνικά όπλα είτε πρέπει να απαγορεύονται για όλους είτε να επιτρέπονται για όλους», δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο του 2019. «Κάποιες χώρες έχουν πυρηνικά αλλά εμείς δεν μπορούμε. Αυτό δεν το δέχομαι», είχε δηλώσει, λίγες ημέρες νωρίτερα, ενώπιον στελεχών του κόμματός του. 

Η συνθήκη ΝΡΤ αναγνωρίζει μεν την ύπαρξη πέντε πυρηνικών δυνάμεων, αλλά τις υποχρεώνει να εργαστούν για τη σταδιακή κατάργηση των οπλοστασίων τους, δεσμεύοντας παράλληλα όλες τις υπόλοιπες χώρες ότι θα κάνουν μόνο ειρηνική χρήση της πυρηνικής τεχνολογίας. Πέντε δεκαετίες μετά την επικύρωσή της, καμία από τις πυρηνικές δυνάμεις δεν έχει δείξει διάθεση αφοπλισμού, ενώ οι πολιτικοί που υποστηρίζουν σοβαρά το αίτημα αυτό, όπως π.χ. ο Τζέρεμι Κόρμπιν στη Βρετανία, ουδέποτε έχουν κατορθώσει να φθάσουν σε θέσεις ευθύνης.

Η Ρωσία και οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν το 90% των 13.000 πυρηνικών κεφαλών του πλανήτη και μπορούν να καταστρέψουν διά παντός την ανθρωπότητα και τη βιόσφαιρα, κάτι το οποίο ισχύει, παρά το θετικό γεγονός ότι μόλις υπέγραψαν την πενταετή παράταση ισχύος της συμφωνίας New START για τον έλεγχο των οπλοστασίων τους. Επιπλέον, οι δύο αυτές χώρες αλλά και οι μικρότερες πυρηνικές δυνάμεις κλείνουν το μάτι στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, όποτε τους συμφέρει. Εικάζεται ότι το Ισραήλ απέκτησε πυρηνικά με τη σιωπηρή βοήθεια των ΗΠΑ και της Γαλλίας, το Πακιστάν και η Βόρεια Κορέα με τη βοήθεια της Κίνας, ενώ οι ΗΠΑ προσέφεραν νομιμοποίηση στο πυρηνικό οπλοστάσιο της Ινδίας. Το κίνητρο σε αυτές τις περιπτώσεις είναι διπλό: πρώτον, η ευρωστία της πυρηνικής βιομηχανίας, μέσα από τις εξαγωγές υποτιθέμενα ειρηνικής τεχνολογίας και, δεύτερον, η εξυπηρέτηση γεωπολιτικών στόχων μέσα από τον παράνομο πυρηνικό εξοπλισμό συμμάχων. 

Η διαδικασία αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη στη Σαουδική Αραβία, ένα εξόφθαλμο σύγχρονο παράδειγμα αποτυχίας του καθεστώτος ελέγχου των πυρηνικών, η οποία αντλεί τεχνολογία από πολλές πλευρές, υπογράφοντας συμφωνία για εργοστάσιο επεξεργασίας ουρανίου με την Κίνα και εισάγοντας πυρηνική τεχνολογία από τις ΗΠΑ με τις ευλογίες της κυβέρνησης Τραμπ. Ο διάδοχος του θρόνου της χώρας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, έχει δηλώσει ανοικτά ότι ίσως η χώρα του «υποχρεωθεί» να αποκτήσει πυρηνικά όπλα λόγω του Ιράν.  

Το δε Ιράν βρίσκεται στο μεταίχμιο. Εξακολουθεί να υπόκειται στους ελέγχους της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, που διασφαλίζουν την ειρηνική χρήση της πυρηνικής τεχνολογίας, αλλά προσφάτως ξεκίνησε να εμπλουτίζει ουράνιο σε επίπεδα υψηλότερα από αυτά που προέβλεπε η συμφωνία που είχε κλείσει το 2015 με τις μεγάλες δυνάμεις. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε καταγγείλει τη συμφωνία αυτή, σφίγγοντας με ασφυκτικό τρόπο τον κλοιό οικονομικών κυρώσεων γύρω από την Τεχεράνη. Ο Τζο Μπάιντεν έχει σπεύσει να αναστρέψει πολλές από τις πολιτικές του προκατόχου του, αλλά εμφανίζεται διστακτικός στο θέμα του Ιράν, βάζοντας στο τραπέζι των συζητήσεων και άλλα ζητήματα, που είχαν μείνει εκτός το 2015, όπως οι βαλλιστικοί πύραυλοι και ο περιφερειακός ρόλος του Ιράν. 

Η Λιν Ρίστεν, έμπειρο στέλεχος τεσσάρων αμερικανικών κυβερνήσεων για θέματα πυρηνικών εξοπλισμών, σημειώνει ότι πολύ συχνά πυρηνικές συμφωνίες, όπως η ημιθανής συμφωνία των μεγάλων δυνάμεων με το Ιράν, υφίστανται κριτική για όσα παραλείπουν. Ακριβώς αυτό έκανε ο Ντόναλντ Τραμπ με την αμερικανορωσική συμφωνία New START, την οποία είχε τινάξει στον αέρα υποστηρίζοντας ότι δεν καλύπτει αρκετούς τομείς.