ΚΟΣΜΟΣ

Το «ή ταν ή επί τας» του Τζο Μπάιντεν

Στις συμπληγάδες της πανδημίας και του Αφγανιστάν ο Αμερικανός πρόεδρος

to-i-tan-i-epi-tas-toy-tzo-mpainten-561477718

Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν εμφανίστηκε συντετριμμένος για την απώλεια 13 Αμερικανών στρατιωτών στην Καμπούλ, την Πέμπτη, αλλά οι απώλειες που βαρύνουν περισσότερο στη συνείδηση των Αμερικανών είναι οι 630.000 συμπατριώτες τους που έχουν χάσει τη ζωή τους από τον κορωνοϊό τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Η αναζωπύρωση της πανδημίας εξαιτίας της μετάλλαξης «Δέλτα» και η αβεβαιότητα που τη συνοδεύει έρχονται σε άμεση αντίθεση με την αισιοδοξία που ήταν διάχυτη τους πρώτους μήνες της προεδρίας Μπάιντεν, όταν άρχισε το ταχύρρυθμο πρόγραμμα εμβολιασμών και οι πόλεις που είχαν πέσει σε λήθαργο ξυπνούσαν ξανά. 

Πρόσφατες δημοσκοπήσεις καταγράφουν μείωση της δημοτικότητας του Αμερικανού προέδρου από το 54% στο 47% ή και χαμηλότερα. Παράλληλα, όμως, οι μετρήσεις δείχνουν ότι μεγάλο μέρος της ατζέντας του Μπάιντεν παραμένει εξαιρετικά δημοφιλές. Είναι αλήθεια ότι μόλις το 25% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οι χειρισμοί κατά την αποχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν ήταν σωστοί (μέτρηση πριν από τις φονικές εκρήξεις της Πέμπτης – πιθανώς στις επόμενες το ποσοστό θα είναι ακόμη χαμηλότερο). Ωστόσο, την ίδια ώρα, η πλειονότητα των Αμερικανών συμφωνεί με την επιλογή της αποχώρησης από το Αφγανιστάν. 

Οι ανησυχίες των πολιτών

Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η κοινή γνώμη στρέφεται απολύτως εναντίον των χειρισμών του Μπάιντεν στο συγκεκριμένο θέμα, η πραγματικότητα παραμένει ότι το Αφγανιστάν δεν βρίσκεται καν στην πρώτη δεκάδα των ανησυχιών των Αμερικανών, καθώς το ενδιαφέρον για την εξωτερική πολιτική στη χώρα είναι εξαιρετικά περιορισμένο. Αντιθέτως, ανησυχίες όπως η οικονομία και η αντιμετώπιση του κορωνοϊού παραμένουν πολύ ψηλά στις προτεραιότητες των ψηφοφόρων και εκεί είναι η ευκαιρία του Μπάιντεν να αφήσει το στίγμα του. Στην πραγματικότητα ο Μπάιντεν μόλις αρχίζει τη μεγάλη μάχη του, αυτήν που θα καθορίσει αν η προεδρία του θα οδηγήσει σε βαθιές αλλαγές, όπως οδήγησε η προεδρία Ρούζβελτ με το New Deal ή η προεδρία Λίντον Τζόνσον με τις κοινωνικές πολιτικές που έγιναν γνωστές ως Great Society. Το «ή ταν ή επί τας» της προεδρίας Μπάιντεν είναι το πακέτο μέτρων ύψους 3,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, στο οποίο περιλαμβάνονται εξαιρετικά δημοφιλείς πολιτικές, όπως η παροχή δωρεάν οδοντιατρικής, οφθαλμολογικής φροντίδας και ακουστικών βαρηκοΐας για τις ηλικίες άνω των 65, η παροχή δωρεάν παιδικών σταθμών και επιδομάτων τέκνων, που βοηθάει στην καταπολέμηση της διαδεδομένης στις ΗΠΑ παιδικής φτώχειας, η κατοχύρωση αμειβόμενης άδειας μητρότητας και αναρρωτικής άδειας, η κατασκευή κοινωνικών κατοικιών και το πέρασμα σε οικονομία χαμηλών ρύπων για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.

Το πακέτο των 3,5 τρισεκατομμυρίων σχεδιάζεται να εγκριθεί με τις ψήφους των Δημοκρατικών, οι οποίοι διαθέτουν απολύτως οριακή πλειοψηφία στη Γερουσία και πολύ μικρή πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Παράλληλα προχωράει ένα μικρότερο πακέτο, ύψους 550 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με κονδύλια για τον εκσυγχρονισμό των υποχρηματοδοτούμενων υποδομών της χώρας, επί του οποίου συμφωνούν Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί. 

Το πακέτο των 3,5 τρισ.

Την περασμένη Τρίτη όλοι οι Δημοκρατικοί, ακόμη και οι εννέα της δεξιάς πτέρυγας που νωρίτερα αντιδρούσαν, έδωσαν το πράσινο φως ώστε να αρχίσει στη Βουλή η συζήτηση για το πακέτο των 3,5 τρισ., με την τελική ψηφοφορία να ορίζεται –κάπως φιλόδοξα– στις 27 Σεπτεμβρίου. Λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο μέγεθος των ποσών και το πόσο έντονες είναι οι αντιδράσεις από ισχυρά λόμπι, θεωρείται πολύ αμφίβολο να έχει λήξει το όλο θέμα έως τα τέλη Σεπτεμβρίου. Σίγουρα όμως απαιτεί την αμέριστη προσοχή του Αμερικανού προέδρου, αφού η σύγκρουση προβλέπεται σκληρή. 

Ποιοι αντιδρούν

Σε αυτούς που αντιδρούν περιλαμβάνονται οι φαρμακευτικές εταιρείες, καθώς η χρηματοδότηση του πακέτου θα προέλθει εν μέρει από την εξοικονόμηση πόρων του συστήματος υγείας, καθώς αυτό θα αποκτήσει την αυτονόητη σε άλλες χώρες δυνατότητα να διαπραγματεύεται τις τιμές των φαρμάκων με τις εταιρείες. Αντιδρούν επίσης άτομα των οποίων το ετήσιο εισόδημα ξεπερνά τα 400.000 δολάρια, καθώς από αυτό το όριο και πάνω θα αυξηθούν τα φορολογικά βάρη, ενώ αντίθετες είναι και οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν λογιστικά κόλπα για τη μείωση της φορολογίας τους, κάποια από τα οποία θα καταργηθούν. Στον κατάλογο αυτών που επιδιώκουν να τορπιλίσουν το πακέτο περιλαμβάνονται επίσης εταιρείες ορυκτών καυσίμων, διαχειριστές κεφαλαίων και συντηρητικά ιδρύματα, όπως το ίδρυμα των αδελφών Κοκ. Αν το στοίχημα του Μπάιντεν «βγει» –κάτι που δεν είναι καθόλου δεδομένο– θα βελτιωθούν οι προοπτικές για τους Δημοκρατικούς στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022. Αν, αντιθέτως, επικρατήσουν οι δυνάμεις που προσπαθούν να εμποδίσουν την ατζέντα του Αμερικανού προέδρου, πολλοί θα είναι χαμένοι και οι περισσότεροι από τους υποψηφίους του κόμματός του.  

Είναι ζήτημα δημοκρατίας 

Για τον Τζο Μπάιντεν, η ψήφιση του πακέτου των 3,5 τρισ. δολαρίων αποτελεί κάτι παραπάνω από προσωπικό πολιτικό στοίχημα. Ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει τη δημιουργία κοινωνικού κράτους και τη μείωση των ανισοτήτων ως στοίχημα στη μάχη εναντίον της αντιδημοκρατικής εκτροπής που εκπροσωπεί ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Μπάιντεν θεωρεί ότι αν δεν υπάρξουν τομές, αν το κράτος δεν δείξει ότι βρίσκεται εκεί για τους πολίτες, οι σειρήνες ολοκληρωτικών ιδεών και της πλήρους απόρριψης της πολιτικής θα γίνουν ισχυρότερες. Σε αυτή τη μάχη κομβικό ρόλο διαδραματίζει ο πρόεδρος της επιτροπής προϋπολογισμού της Γερουσίας, πρώην αντίπαλος του Μπάιντεν για το χρίσμα του κόμματος, Μπέρνι Σάντερς. Ο Σάντερς, που συνομιλεί συνεχώς με τον Αμερικανό πρόεδρο, είναι ο άτυπος επικεφαλής ομάδας περίπου 100 βουλευτών και γερουσιαστών, οι οποίοι πιέζουν για τολμηρά βήματα. Σε όσους αντιδρούν στο πακέτο των 3,5 τρισεκατομμυρίων, ο Σάντερς δηλώνει ότι η διαπραγμάτευση έχει τελειώσει, αφού το αρχικό πακέτο προς συζήτηση ανερχόταν σε 6 τρισεκατομμύρια. Την ίδια στιγμή, αμερικανικά μέσα ενημέρωσης σκαλίζουν το ποιόν των βουλευτών και γερουσιαστών που διαφωνούν και ανακαλύπτουν χρηματοδοτήσεις από τα ισχυρά συμφέροντα που αναπόφευκτα θίγονται.