ΚΟΣΜΟΣ

Με αντίμετρα απαντά στην Ε.Ε. η Ρωσία

putinvima

Την Πέμπτη, την ημέρα που ο σοσιαλιστής πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ και ο σοσιαλδημοκράτης αντικαγκελάριος της Γερμανίας Ζίγκμαρ Γκάμπριελ τιμούσαν τη μνήμη του φιλειρηνιστή σοσιαλιστή Ζαν Ζορές, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1914 επειδή επιχειρούσε να αποτρέψει το ξέσπασμα του πολέμου, η επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης οριστικοποιούσε την κήρυξη, από την Ε.Ε., οικονομικού πολέμου κατά της Ρωσίας.

Η καθοριστική μεταστροφή της Γερμανίδας καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ και η ευθυγράμμισή της με τη στάση της Ουάσιγκτον οδήγησε στην επιβολή από την Ε.Ε. κυρώσεων «τρίτου σταδίου» σε βάρος της ρωσικής οικονομίας. Οπως συμβαίνει στις απαρχές κάθε πολέμου, η τροπή που μπορούν να πάρουν τα πράγματα μετά τους αρχικούς κανονιοβολισμούς, είναι αδύνατο να προβλεφθεί.

Με την απόφαση-σταθμό αυτής της εβδομάδας, η Ε.Ε. αποκλείει την πρόσβαση πέντε ρωσικών κρατικών τραπεζών (Sberbank, Gazprombank, Rosselkhozbank, VEB, VTB) στις ευρωπαϊκές χρηματαγορές, απαγορεύει τη μεταβίβαση στη Ρωσία ευρωπαϊκής τεχνολογίας για την εξόρυξη πετρελαίου, επιβάλλει εμπάργκο όπλων και απαγόρευση εξαγωγής ευαίσθητων τεχνολογιών.

Η Ρωσία εξέφρασε τη θλίψη της για την «αδυναμία των Βρυξελλών να παίξουν ανεξάρτητο ρόλο» και δήλωσε ότι η διαμάχη θα έχει «αντίκτυπο στο κόστος της ενέργειας στην Ευρώπη». Για την ώρα, τα ρωσικά αντίμετρα αφορούν μόνο αγροτικά προϊόντα. Για συμβολικούς λόγους, που έχουν να κάνουν με την έντονη πίεση που άσκησε η Πολωνία, τα πρώτα που απαγόρευσε η Ρωσία ήταν τα πολωνικά αγροτικά προϊόντα. Σύμφωνα με ρωσικές ανακοινώσεις, την ερχόμενη εβδομάδα επίκειται η επιβολή κυρώσεων και εναντίον των ελληνικών φρούτων για λόγους υποτιθέμενης «παράβασης υγειονομικών διατάξεων». Η Ελλάδα εξήγαγε πέρυσι στη Ρωσία 160.000 τόνους φρούτων αξίας 180 εκατ. ευρώ.

Ενώ Ευρωπαίοι οικονομικοί αναλυτές εστίαζαν στο κόστος που θα έχουν οι κυρώσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία εν μέσω κρίσης (το πρώτο εξάμηνο φέτος, πριν δηλαδή εφαρμοστεί ο τελευταίος γύρος των σκληρών κυρώσεων, οι γερμανικές εξαγωγές προς τη Ρωσία και την Ουκρανία, που πέρυσι ανέρχονταν στα 36 δισ., είχαν συρρικνωθεί κατά 6 δισ. ευρώ), οι ΗΠΑ ανακοίνωναν με ικανοποίηση ότι 100 δισ. δολάρια έχουν ήδη εγκαταλείψει τη ρωσική οικονομία.

Πολλαπλές προεκτάσεις

Οι γεωπολιτικές προεκτάσεις της νέας πραγματικότητας μπορεί να είναι σοβαρότερες από τις οικονομικές. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ομπάμα ανακοίνωσε πως οι ΗΠΑ θα χορηγήσουν 1 δισ. δολάρια ώστε να ενισχυθεί η ενοχλητική για τη Ρωσία αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Ευρώπη, ενώ έκθεση της βρετανικής Βουλής πρότεινε να αναθεωρηθεί η χάρτα του ΝΑΤΟ, ώστε οι δυνάμεις του να μην κινητοποιούνται μόνο σε περιπτώσεις «ένοπλης» απειλής αλλά πάσης φύσεως απειλής.

Με μοχλό την Ουκρανία, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συντρίψει κάθε προσπάθεια διαφοροποίησης στο εσωτερικό του διατλαντικού μπλοκ, συρρικνώνοντας την πρόσβαση της Γερμανίας σε μη ελεγχόμενες από τις ΗΠΑ ενεργειακές πηγές, όπως είναι το ρωσικό αέριο. Μέχρι στιγμής, το φυσικό αέριο έχει μείνει εκτός κυρώσεων, αλλά η απειλή της Ρωσίας για αύξηση της τιμής ενός προϊόντος κρίσιμου για τη γερμανική οικονομία καταδεικνύει ότι η κλιμάκωση έχει τη δική της δυναμική.

Ενώ τα ειδησεογραφικά περιοδικά βρίθουν από εξώφυλλα που παρουσιάζουν τον Βλαντιμίρ Πούτιν με τον «κολακευτικό» τρόπο που κάποτε παρουσίαζαν τον Σαντάμ Χουσεΐν ή τον Μουαμάρ Καντάφι, κάποιοι κάνουν ένα βήμα πίσω, εκτιμώντας ότι το ψυχροπολεμικό κλίμα δεν συμφέρει την Ευρώπη.

Μια ομάδα πρώην υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας, στους οποίους περιλαμβάνονται ο Βρετανός Μάλκολμ Ρίφκιντ, ο Γερμανός Φόλκερ Ρίε, ο Πολωνός Ανταμ Ρότφελντ και ο Ρώσος Ιγκόρ Ιβανόφ, συνέταξαν κείμενο-παρέμβαση που σημειώνει ότι οι μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων είναι εντελώς ανεπαρκείς και ότι απαιτούνται μέτρα που θα διασφαλίσουν ότι δεν θα υπάρξει «αθέλητη κλιμάκωση στην κρίση».
Οι πρώην υπουργοί χαρακτηρίζουν τις εντάσεις ως σπατάλη δυνάμεων. «Ο διχασμός ανάμεσα στο ΝΑΤΟ, στην Ε.Ε. και τη Ρωσία θα ανεβάσει το οικονομικό κόστος και θα μειώσει την ικανότητα όλων των πλευρών να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά άλλες απειλές του 21ου αιώνα», επισημαίνουν.