ΚΟΣΜΟΣ

Η οδύσσεια του Ραμί τελείωσε στη Γερμανία

3108s22grafin
3108s22grafbox

«Αποστολή εξετελέσθη. Πλέον είμαι ελεύθερος», έγραφε το μήνυμα που παρέλαβα μέσω Viber στο κινητό τηλέφωνο στις 11 Αυγούστου, μισή ώρα πριν από τα μεσάνυχτα. Επειτα από τέσσερις μήνες εγκλωβισμού στην Ελλάδα και δύο αποτυχημένες προσπάθειες παράνομης διαφυγής στη Δυτική Ευρώπη μέσω αεροδρομίων, ο Σύρος πρόσφυγας Ραμί τα κατάφερε. Εφτασε στη Γερμανία, ακόμα κι αν χρειάστηκε να διανύσει μεγάλο μέρος της διαδρομής με τα πόδια. «Οταν κάνεις το πρώτο βήμα σε αυτό το παράνομο ταξίδι, δεν υπάρχει επιστροφή», λέει ο 33χρονος πρόσφυγας.

Στις 15 Ιουνίου η «Κ» παρουσίασε την περιπέτεια του Ραμί. Είχε δεχτεί να τον ακολουθήσω επί έναν μήνα στην Αθήνα, καθώς προσπαθούσε να βρει τα κατάλληλα πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα. Είχε μιλήσει τότε για τα κυκλώματα διακινητών στις γειτονιές της Αθήνας, ζητώντας να μη δημοσιευτεί το πραγματικό του όνομα και το πρόσωπό του. Και είχε αποκαλύψει πώς γίνεται η δέσμευση και μεταφορά των χρημάτων για τη διακίνηση μεταναστών σε ανταλλακτήρια συναλλάγματος και σε μίνι μάρκετ του αθηναϊκού κέντρου.

Ψηλός, με στρογγυλό πρόσωπο, γυαλιά μυωπίας και συστολή στους τρόπους, ο Ραμί γεννήθηκε στα περίχωρα της Δαμασκού και σπούδασε Πληροφορική. Εχασε τον πατέρα του σε μικρή ηλικία και τα δύο αδέρφια του μετανάστευσαν στη Μεγάλη Βρετανία και στη Σαουδική Αραβία. Ηθελε και αυτός να εγκαταλείψει τη χώρα του, ειδικά μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου. Αφού διέφυγε στον Λίβανο και έμεινε εκεί τέσσερις μήνες, πέρασε στην Τουρκία και πλήρωσε 2.000 ευρώ για να μεταβεί από την Αλικαρνασσό στην Κω. Μετά εγκλωβίστηκε στην Αθήνα.

Η πρώτη απόπειρα

Ονειρό του ήταν να βρεθεί στη Γερμανία γιατί μιλάει τη γλώσσα. Η πρώτη του απόπειρα στις αρχές Μαΐου να φύγει από το «Ελευθέριος Βενιζέλος» για Βιέννη απέτυχε όταν τον παραμέρισαν υπάλληλοι εταιρείας σεκιούριτι στο σημείο ελέγχων των καρτών επιβίβασης του αεροδρομίου. Θα ταξίδευε με πλαστό διαβατήριο υπό το όνομα Armin Vedak. Την τελευταία εβδομάδα του ίδιου μήνα ο Ραμί θα πήγαινε με πλοίο στη Ρόδο όπου θα επιχειρούσε και πάλι να φύγει αεροπορικώς για τη Δυτική Ευρώπη. Τελευταία στιγμή αποφάσισε να μη φύγει από το λιμάνι του Πειραιά. Φοβόταν.

Λίγες ημέρες αργότερα συναντηθήκαμε για τελευταία φορά στην Ομόνοια. Είχε αφήσει γένια και η απόγνωση τον είχε κυριεύσει. Δεν θύμιζε τον προγραμματιστή υπολογιστών σε παλαιότερες κουβέντες μας, τότε που έλεγε ότι του αρέσουν οι ουρές, η τάξη και οι κανόνες. Σκεφτόταν να βρει μέσω της πλατφόρμας Linkedin κάποιον υπάλληλο αεροπορικής εταιρείας στην Ελλάδα και να του προσφέρει χρήματα για να τον περάσει κρυφά από τα σημεία ελέγχου του αεροδρομίου. «Ξέρω ότι θα τους είναι δύσκολο να δεχτούν, αλλά ας κάνουν μια εξαίρεση. Είναι μισή ώρα δουλειά», είπε.

Το επόμενο διάστημα κρατήσαμε επικοινωνία μέσω κινητού. Ο Ραμί είχε ένα λευκό iPhone και μου μιλούσε κυρίως με μηνύματα στο Viber μέσω ενός λιβανέζικου αριθμού. «Είμαι ακόμα Ελλάδα. Είναι τόσο δύσκολο. Σε παρακαλώ, θέλω να ταξιδέψω», μου έγραψε στις 23 Ιουνίου. Στο μεταξύ ένας συγκάτοικός του σε ξενοδοχείο της Αθήνας είχε καταφέρει να πετάξει με πλαστά έγγραφα στη Γαλλία μέσω Θεσσαλονίκης. Και άλλοι γνωστοί του από τη Συρία είχαν φύγει από την Ελλάδα.

Με φορτηγά

Εναν μήνα αργότερα, στις 25 Ιουλίου, ο Ραμί μου έγραψε από τη Σερβία. Είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση να φύγει οδικώς. Από την Αθήνα έφτασε με λεωφορείο στα Ιωάννινα. Εκεί ένας οδηγός ταξί που συνεργαζόταν με διακινητές τον πήγε μαζί με άλλους μετανάστες στα αλβανικά σύνορα. Ενας Κούρδος ανέλαβε να τους περάσει στη γειτονική χώρα. Η πρώτη τους προσπάθεια απέτυχε. Τους είδε ένας Αλβανός βοσκός. Επέστρεψαν στην ελληνική πλευρά, κοιμήθηκαν στην ύπαιθρο και προσπάθησαν ξανά με το ξημέρωμα. Από την Αλβανία πέρασαν στο Μαυροβούνιο κρυμμένοι σε φορτηγά και από εκεί στη Σερβία. «Ημασταν οκτώ μετανάστες, μας βρήκε η σέρβικη αστυνομία. Ενας αξιωματικός πήρε από τον καθένα μας 300 ευρώ για να μας αφήσει να περάσουμε», λέει ο Ραμί.

Το ταξίδι από την Αλβανία στη Σερβία του κόστισε 850 ευρώ. Θα πλήρωνε όμως άλλα 1.500 ευρώ για να φτάσει από το Βελιγράδι στην Αυστρία. Ολο αυτό το διάστημα κοιμόταν μαζί με άλλους μετανάστες στον δρόμο ή τους έβαζαν οι διακινητές σε φτηνά ξενοδοχεία. Σε κάθε χώρα τη διακίνηση αναλάμβαναν πυρήνες μεταναστών σε συνεργασία με τοπικές μαφίες. Στην Αλβανία, όπως λέει ο Ραμί, καθώς έχουν κλείσει τα θαλάσσια σύνορα με την Ιταλία για τη μεταφορά ναρκωτικών, η μαφία έχει στραφεί στη διακίνηση ανθρώπων.

«Αυτό που έζησα είναι σαν μια ταινία δράσης», λέει ο Ραμί. «Εάν σε κάποιο σημείο του ταξιδιού αρνηθείς να συνεχίσεις, θα σε εξαναγκάσουν με βία. Εάν πρέπει να μπεις σε ένα φορτηγό με άλλα 20 άτομα και δεν χωράς, δεν έχεις επιλογή. Θα μπεις», προσθέτει.

Από τη Σερβία στη Βιέννη άλλαξε τέσσερα αυτοκίνητα και ένα φορτηγό. «Ηταν καλό και γρήγορο ταξίδι», λέει. Πέρασε τα σερβοουγγρικά σύνορα στριμωγμένος σε ένα βαν μαζί με 18 άτομα. Οι διακινητές είχαν αφαιρέσει τα καθίσματα και είχαν αφήσει μόνο αυτό του οδηγού. Επειτα, με τουριστικό λεωφορείο ταξίδεψε από τη Βιέννη στη Γερμανία. «Μέχρι τώρα δεν έχω δώσει ούτε δακτυλικό αποτύπωμα. Δεν με άγγιξε η αστυνομία», μου έγραψε σε ένα μήνυμά του. Τώρα κινεί τις διαδικασίες για να αποκτήσει άδεια παραμονής και να εργαστεί στο αντικείμενο των σπουδών του.