ΒΙΒΛΙΟ

«Τη θάλασσα, τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;»

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Θάλασσα. Φωτογραφία του Στράτου Καλαφάτη από το φωτογραφικό λεύκωμα «Αρχιπέλαγος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγρα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο ​​κύριος Γκρι έχει αδυναμία στις ιστορίες του Εντουάρντο Γκαλεάνο (1940-2015), του παθιασμένου συγγραφέα και δημοσιογράφου από την Ουρουγουάη, τα περισσότερα βιβλία του οποίου κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πάπυρος, όπως η περίφημη τριλογία «Μνήμη της φωτιάς».

«Εχε υπόψη σου ότι ακόμα και ένας γεννημένος storyteller σαν τον Γκαλεάνο κάποτε τα βρήκε σκούρα, όταν πίστεψε ότι δεν μπορεί να διηγηθεί μια ιστορία», λέει ο κύριος Γκρι. Μυρίστηκα μια ωραία ιστορία, σε αυτό το ζόρι: συνήθως, όταν δυσκολεύεσαι να πεις μια ιστορία, υπάρχει ψαχνό, αρκεί να επιμείνεις. Και αυτό ακριβώς αποδείχθηκε όταν διάβασα τι συνέβη κάποτε στον Γκαλεάνο και γιατί βρέθηκε σε τόσο δύσκολη θέση.

Το 1968, ένα χρόνο μετά τη σφαγή του Σαν Χουάν, των ανθρακωρύχων της Λαλάνγκουα, κωμόπολης της Βολιβίας, από τον δικτάτορα Μπαριέντος, ο Γκαλεάνο βρέθηκε εκεί όχι για να γράψει μα για να ζωγραφίσει, κυρίως πορτρέτα των εργατών και των παιδιών τους, όπως και αφίσες για το τοπικό καρναβάλι και άλλα πανηγύρια. «Οπότε», γράφει ο Γκαλεάνο, «η πόλη με υιοθέτησε και είναι γεγονός πως πέρασα πολύ ωραία σε αυτό τον άθλιο, παγωμένο κόσμο, όπου το κρύο κάνει τη φτώχεια να είναι ακόμα πιο ανυπόφορη».

Την παραμονή της αναχώρησής του από την πόλη, οι ανθρακωρύχοι διοργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν του φιλοξενούμενού τους. «Γιορτάζαμε, τραγουδούσαμε, λέγαμε ανέκδοτα, το ένα χειρότερο από το άλλο, γνωρίζοντας όλες αυτές τις ώρες ότι στις πέντε ή στις έξι το πρωί, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, η σειρήνα θα έπρεπε να σφυρίξει και όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα πήγαιναν στο ορυχείο και εκεί όλα θα τελείωναν. Θα αποχαιρετούσε ο ένας τον άλλο».

Κάπου εκεί ήρθαν τα δύσκολα. «Οταν έφτασε η στιγμή», γράφει ο Γκαλεάνο, «με περικύκλωσαν λες και ήθελαν να με κατηγορήσουν για κάτι». Δεν ήθελαν όμως να τον κατηγορήσουν. Ηθελαν απλώς να του κάνουν μια ερώτηση. «Και τώρα», του είπαν, «πες μας για τη θάλασσα».

Ο Γκαλεάνο έχασε τη μιλιά του. Ολοι αυτοί οι εργάτες της γης ολόγυρά του δεν θα ζούσαν για πολύ ακόμη. Το μέσο προσδόκιμο της ζωής ήταν τα 30 με 35 χρόνια εξαιτίας ασθενειών που άρπαζαν εκεί κάτω και, φυσικά, δυστυχημάτων. «Δεν θα επισκέπτονταν ποτέ τη θάλασσα», γράφει ο Γκαλεάνο. «Θα πέθαιναν δίχως να έχουν την παραμικρή ευκαιρία να αντικρίσουν τη θάλασσα, ήταν καταδικασμένοι από τη φτώχεια να παραμείνουν εγκλωβισμένοι στη μικρή πόλη της Λαλάνγκουα. Καθήκον μου ήταν να φέρω τη θάλασσα σε αυτούς, και να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να τους κάνω να νιώσουν μουσκεμένοι από τη θάλασσα».

«Για σκέψου να πεθάνεις δίχως να δεις ποτέ τη θάλασσα», σχολιάζει ο κύριος Γκρι. «Δίχως να τη μυρίσεις, να τη νιώσεις. Για εμάς είναι απλώς αδιανόητο». Πράγματι. Είναι να κλαις.

Ομως, εγώ συγκινήθηκα και από όσα λέει στη συνέχεια ο Γκαλεάνο. «Αυτό», γράφει, «ήταν το πρώτο μου τεστ ως αφηγητή και με έπεισε ότι κάτι αξίζει αυτή η περιπέτεια». Η περιπέτεια της αφήγησης, που και αυτή είναι από μόνη της μια θάλασσα: ποτέ δεν εξαντλείται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ