ΕΛΛΑΔΑ

Η γεύση που δεν θα ξεχάσεις ποτέ

ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Θεόφιλος, «Λιομάζωμα στη Λέσβο» (λεπτομέρεια).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: MISE EN PLACE

Δ​​ιάβαζα πριν από λίγες μέρες ένα δημοσίευμα σε ηλεκτρονικό περιοδικό, όπου διάφοροι άνθρωποι των τεχνών, ηθοποιοί, συγγραφείς, μουσικοί, απαντούσαν στην ερώτηση «ποιο φαγητό σού φέρνει δάκρυα στα μάτια;».

«Παρέλασαν» πολλά φαγητά από την οθόνη του υπολογιστή, από τα θρυλικά γεμιστά και τα μαμαδίστικα μακαρόνια με κιμά μέχρι το κοκκινιστό κοτόπουλο και τον υπέροχο σιμιγδαλένιο χαλβά. Κάθε φαγητό, ταπεινό ή πιο σύνθετο, ήταν στενά συνδεδεμένο με τη μνήμη. Με στιγμές ανεμελιάς, ζεστασιάς, χαράς, με αγαπημένα πρόσωπα, τη μητέρα, τη γιαγιά, τρυφερές αναμνήσεις απ’ αυτές που μπορούν αληθινά να σε συγκινήσουν, και, ναι, γιατί όχι, να σε κάνουν να βουρκώσεις.

Σκεφτόμουν λοιπόν τι θα απαντούσα εγώ. Η μητέρα μου, η Μαρίτσα, ήταν εξαιρετική μαγείρισσα, παλαιάς κοπής, παραδοσιακή αλλά και ανοιχτή σε καινούργια πράγματα. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις συνταγές της Χρύσας Παραδείση. Ο δερματόδετος τόμος είχε ξεχαρβαλωθεί από το άνοιξε-κλείσε. Οταν χρόνια αφού η μαμά είχε φύγει από τη ζωή, τον βρήκα ξεχασμένο σ’ ένα ντουλάπι και πήγα να τον ξεφυλλίσω, έπεσαν στο πάτωμα αποκόμματα εφημερίδων και περιοδικών με συνταγές, δικές της σημειώσεις από παρασκευές που παρακολουθούσε στην τηλεόραση ή από συνταγές που της έλεγαν φίλες της.

Η σχέση της με το φαγητό ήταν σχεδόν ερωτική. Μια γιορτινή ιεροτελεστία ακόμη κι αν ο χρόνος που είχε να διαθέσει ήταν περιορισμένος και οι πρώτες ύλες ταπεινές. Κάθε τι που έφτιαχνε ήταν ένα μικρό θαύμα, μια χειρονομία αγάπης προς τους οικείους της. Πραγματικά λοιπόν, δεν ξέρω τι θα μπορούσα να ξεχωρίσω. Τους εκπληκτικούς λαχανοντολμάδες όπου συχνά τη βοηθούσα στο τύλιγμα; Οχι επειδή πραγματικά ήθελα, αλλά για να αποφύγω το διάβασμα. Τη σπανακοτυρόπιτα; Ακόμη αναρωτιέμαι πώς και την επομένη το φύλλο παρέμενε το ίδιο τραγανό. Το λεμονάτο μοσχαράκι με τον πουρέ φρέσκια πατάτας; Ή τις αγκινάρες α λα πολίτα;

Κι όμως, δεν θα απαντούσα τίποτα απ’ όλα αυτά, γιατί πολύ απλά υπάρχει κάτι πολύ πιο μοναδικό, πιο σπάνιο, πιο συγκινητικό. Τέτοιες μέρες ήταν. Ξεκινούσαμε νωρίς το πρωί με δίχτυα, τσουβάλια και τους λούρους από ξύλο κυπαρισσιού με τους οποίους τινάζαμε τις ελιές. Τα μικρά το βλέπαμε φυσικά παιχνίδι. Παρακαλούσαμε να βρέξει για να καθήσουμε κάτω από τον μουσαμά μέχρι να κοπάσει η βροχή, γιατί περιμένοντας τσιμπούσαμε κάτι από το κολατσιό. Ψωμί, ελιές, τυρί, το αγαπημένο zwan των παιδικών μας χρόνων.

Οταν τελείωνε το λιομάζωμα κι ερχόταν η ώρα για το λιοτρίβι, η αναμονή μέχρι να βγει το ελαιόλαδο ήταν η πιο γλυκιά που μπορώ να σκεφτώ. Ο μπαμπάς έκοβε φέτες ψωμί, τις έψηνε στη φωτιά που τότε χρησιμοποιούσαν για να ζεστάνουν τα καζάνια με το νερό, μετά τις βουτούσε στο φρέσκο ελαιόλαδο, τις πασπάλιζε με αλάτι και το κολατσιό μας ήταν έτοιμο. Αυτή η φέτα ψωμί είναι μια γεύση που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ