ΒΙΒΛΙΟ

Ο «Φυλλομάντης», ένα ωστικό κύμα ψιθύρων

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ο Οδυσσέας Ελύτης φωτογραφημένος στο Γκολφ Χουάν της Γαλλικής Ριβιέρας το καλοκαίρι του 1948.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Α​​​​πόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ/ Ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων/ Το παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια/ Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω/ Πόρτες παράθυρα ανοιχτά/ Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας/ Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα». Η εκκίνηση του «Φυλλομάντη», του Οδυσσέα Ελύτη, που ο κύριος Γκρι νιώθει πως είναι «το μικρό-μεγάλο ποίημα των παιδικών και νεανικών καλοκαιριών».

Ο κύριος Γκρι δεν ανήκει στους φανατικούς πιστούς της ελυτικής ποίησης, λατρεύει όμως το συγκεκριμένο ποίημα, το αφιερωμένο «στο πατρικό σπίτι που στοιχειώνει τα όνειρα του καθενός, ή και στο παιδικό εξοχικό σπίτι, το χωμένο μέσα στα φυλλώματα των δέντρων, εσαεί εντοιχισμένο στη μνήμη». Δημοσιευμένος το 1980 στη συλλογή «Τα ετεροθαλή», ο «Φυλλομάντης» είναι ένα από τα πλέον καλοκαιρινά ποιήματα του Ελύτη, πλην όμως είναι ένα κατεξοχήν νυχτερινό ποίημα: Δεν υπάρχει εδώ το ανελέητο φως του Αιγαίου, η εκτυφλωτική πέτρα των Κυκλάδων, τα δελφινοκόριτσα: «Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη/ Τρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν/ Μυστικά περάσματα πυγολαμπίδας» ή «Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού/ Μια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία/ Σαν τραγούδι όπου κρύφτηκε μήπως το δεις/ Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι – Ολα της αγκαλιάς τα ιερά και του όρκου/ Τίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο/ Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ». Ο κύριος Γκρι στέκεται και στις αναφορές στον έναστρο ουρανό: «Κι η Σελήνη με τ’ αλλοιωμένο μάγουλο» ή το εξαίσιο φινάλε: «Και ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Βέγας/ Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος».

Αν ήταν μουσική ο «Φυλλομάντης» θα έπρεπε να είναι τα περίφημα «Νυχτερινά» του Ντεμπισί, «Το ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα», όπως γράφει ο Ελύτης, αυτό που έρχεται διαβάζοντας, σαν άλλη Πυθία, τα ναρκωτικά φύλλα της μνήμης, με τη μυστηριακή αύρα και τις άπιαστες φωνές, η ηχώ μιας νεανικής ντροπής και μιας απόκρυφης ηδονής, τα «“Μη". Κι ύστερα πάλι “Μη". “Μωρό μου". “Τι σου ’μελλε". “Μια μέρα θα το θυμηθείς"», που ο ποιητής Στρατής Πασχάλης γράφει ότι «μπερδεύονται με τα φυλλώματα του κήπου (...) το φορτισμένο με μνήμες προγονικό οίκημα καθώς προσκρούει πλέοντας “στα ρηχά των άστρων" –αλήθεια, τι ανεξήγητη ποιητική μεταφορά– παράγει ένα ωστικό κύμα ψιθύρων το οποίο δονεί τα φυλλώματα και τώρα αντηχούν σιβυλλικούς συνειρμούς φωνών από το παρελθόν και ο ποιητής σαν άλλος μάντης-δέκτης τους αποκρυπτογραφεί» (περ. Χάρτης 21-23, Νοέμβριος 1986). «Κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου», λέει ο κύριος Γκρι, «θυμάσαι και φαντάζεσαι μαζί, παιδί ή έφηβος, τα μυστικά που κρυφάκουσες, τα μυστικά που παρακρατούν οι σκιές που πληθαίνουν με τις απουσίες, κάτι που έρχεται από παλιά για να το βρεις κάποτε μπροστά σου: την αινιγματική σιωπή του γονιού, το γεμάτο παράπονο βλέμμα ενός κοριτσιού, το χάδι, τον παρηγορητικό ψίθυρο, το ερωτικό άγγιγμα. Δεν κουβαλάμε όλοι μέσα μας τέτοιες αόρατες αποσκευές από κάποιο μακρινό καλοκαίρι, ναυαγισμένοι στα “ρηχά των άστρων"; Δεν είμαστε όλοι φυλλομάντεις»;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ