ΕΛΛΑΔΑ

Θα τα ανακαλύψει όλα μόνη της

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«Παιδιά στη θάλασσα» (1909), έργο του Ισπανού ζωγράφου Χοακίν Σορόλα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Παρατηρείς το πρόσωπό της. Τη χαρά να διαγράφεται μέσα στα μάτια της, να τη μιλούν τα χείλη της, να πλημμυρίζει το σπίτι χάρη στη φωνή της.

Λες: έκανα ό,τι μπορούσα για να ευχαριστηθεί. Στόλισα το σπίτι, προσκάλεσα ανθρώπους που αγαπούμε και μας αγαπούν, και ήρθαν με δώρα και περισσότερα χαμόγελα. Λες (από μέσα σου πάλι): την κοιτάζω και αναρωτιέμαι τι σκέψεις να περνούν από αυτόν τον εκκολαπτόμενο εγκέφαλο των τριών μόλις χρόνων;

Δείχνει χαρούμενη. Την ώρα που φυσάει με όλη τη δύναμη αυτών των τριών χρόνων και σβήνουν τα κεράκια και οι πάντες χειροκροτούν μέσα στο σπίτι, γελάς κι εσύ ικανοποιημένος – πλήρης μάλλον, όχι απλώς ικανοποιημένος.

«Αλλά κάτι παράξενο αργοσαλεύει μέσα σου, έτσι δεν είναι;» σου ψιθυρίζει ο κύριος Γκρι. «Κάτι απ’ το οποίο προσπαθείς να την προστατέψεις. Αλλά, βέβαια, δεν μπορείς».

Ναι, προσπαθείς να την προστατέψεις, ίσως όχι από τη ζωή την ίδια –πώς θα μπορούσες άλλωστε;– αλλά από τις βαθύτερες, τις σκοτεινές, θολές λίμνες που κυματίζουν μέσα σου. Η ίδια δεν πρόκειται ποτέ να το θυμηθεί, αλλά στα πρώτα της γενέθλια, από την πολλή βουή και την αντάρα του σπιτιού, σαν να τρόμαξε ξαφνικά, έκλαψε και κοιμήθηκε για λίγο βυθισμένη στην αγκαλιά της μάνας της. Οταν ξύπνησε, χαμογελούσε και πάλι με τη μικρή της καρδιά.

Γύρω της, ανάμεσα στους ανθρώπους που την αγαπούν, υπήρχαν και κάποιοι που δεν θα ξαναζούσαν γενέθλιά της. Στη γιορτή των δύο της χρόνων, ήσασταν μείον ένας. Φέτος, μείον δύο. Τους σκεφτόσασταν και ας γελούσατε με τη δική σας πληγωμένη καρδιά. Τους μιλούσατε από μέσα σας κι ας παίζατε μαζί της. Τους ακούγατε από μακριά κι ας χειροκροτούσατε για τα σβησμένα κεράκια.

Τίποτα δεν υπήρξε που να αναίρεσε τίποτε άλλο. Ησασταν όλοι μαζί, με την πληρότητα και την έλλειψη μαζί, όπως και σε κάθε έκφανση ζωής όπου κάθε παλμός και κάθε πρωινό ξύπνημα δικαιώνεται: τη στιγμή που κολυμπάς, τη στιγμή που γράφεις, που διαβάζεις, που αγκαλιάζεις, που ακούς μουσική, τη στιγμή που κοιτάς μάτια που σε κοιτούν και αυτά.

Από τι να την προστατέψεις λοιπόν; Θα τα ανακαλύψει όλα μόνη της. Ο,τι και να της πεις ή να μην της πεις, η ζωή της θα πλέει μέσα σε αυτό το θαύμα και το σοκ της παρουσίας και της απουσίας. Πώς το έλεγε ο Ελιοτ στα «Τέσσερα Κουαρτέτα»; «Η στιγμή του τριαντάφυλλου κι η στιγμή του κυπαρισσιού/ έχουν την ίδια διάρκεια».

Τη νύχτα, μετά το πάρτι, ξύπνησε κλαίγοντας. Θυμάσαι τι είπες τότε; Είχαν πάει όλα τόσο όμορφα, τόσο καλά, γιατί τώρα αυτό; Εμοιαζε απαρηγόρητη, ακόμα και στο κρεβάτι σας, ανάμεσά σας.

Κοιμήθηκε κάποτε, μα το πρωί ξύπνησε με το ίδιο χαμόγελο. Είχε διαγράψει, με τον τρόπο που το κάνουν μόνον τα παιδιά, το νυχτερινό της κλάμα ή αυτό που μπορεί να ονειρεύτηκε και να ήταν τρομακτικό – και που μπορεί να είχε να κάνει με σένα. Και απλώς την πήγατε ξανά στον παιδικό σταθμό. Γύρω σας ο ήλιος έλαμπε απρόσμενα για τέλος Οκτωβρίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ