Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Αγνωστα κείμενα του «αρμενιστή» Νίκου Καββαδία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αλεξ Μυλωνά, «Γυναίκα με άρπα», 1956 (λεπτομέρεια). Από την αναδρομική έκθεση (20 Φεβρουαρίου - 5 Μαΐου) προς τιμήν της μεγάλης εικαστικού στο ΜΟΜus - Μουσείο Αλεξ Μυλωνά, πλ. Ασωμάτων 5, Αθήνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Η απήχηση των ποιημάτων του Νίκου Καββαδία υπερβαίνει εξαρχής τα δεδομένα και τα αναμενόμενα και διεισδύει και σε δύσκολες ή δύστροπες περιοχές, λίγο ή πολύ ανεξοικείωτες με τη λογοτεχνία, και ιδιαίτερα την ποίηση. Ηδη, η πρώτη του συλλογή, το «Μαραμπού» (1933), με την αιφνιδιαστικά τολμηρή γλώσσα, την αντισυμβατική θεματολογία, την έμφυτη μουσική, τις απροσδόκητες ή και παιχνιδιάρικες ρίμες, τον εξωτισμό της επιφάνειάς του, δημιούργησε το δικό του κοινό, πολύ ευρύτερο του κοινού που απαρτίζεται από παιδιά (κάθε ηλικίας) φανατικά για γράμματα. 

Η μεταθανάτια καταξίωση του Καββαδία οφείλει πολλά στους αφιερωμένους καββαδιστές ή καββαδιολόγους, που με άοκνο πάθος φέρνουν κάθε τόσο στο φως τα ευρήματά τους, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις μας και ανοίγοντας ολοένα την όρεξή μας. Ως προς αυτό τουλάχιστον, ο Καββαδίας ευτύχησε. Λίγοι λογοτέχνες έχουν τους ταμένους μελετητές της συγγραφικής παρακαταθήκης τους και τους υπομονετικούς ερευνητές κάθε πτυχής του βίου τους. Θα μπορούσαμε να διαβάσουμε τον Καββαδία –ή οποιονδήποτε άλλον ποιητή– και χωρίς αυτά; Σίγουρα. Για να νιώσουμε την ποίηση, δεν χρειάζονται. Για να την κατανοήσουμε, όμως, όσο το δυνατόν βαθύτερα, για να την εντάξουμε στο λογοτεχνικό, κοινωνικό, ακόμα και στο πολιτικό πλαίσιό της, αλλά και στην ακολουθία της ελληνικής ποίησης, είναι άκρως εξυπηρετικά, αν όχι απαραίτητα.

Σε αυτή τη χορεία ερευνητικών έργων, που με τη σοδειά τους καθαρίζουν το βλέμμα μας σε πολλά, εντάσσεται το βιβλίο «Νίκος Καββαδίας, ο αρμενιστής ποιητής», που εκδόθηκε λήγοντος του 2018 από την καββαδιολατρική «Αγρα», με εισαγωγή, έρευνα και κείμενα του Μιχάλη Γελασάκη. Ο υπότιτλος, «Συνεντεύξεις / αλληλογραφία / ανέκδοτο και άγνωστο έργο / μαρτυρίες / ο ναυτικός του φάκελος / τα καράβια», κωδικοποιεί με πληρότητα το πλούσιο περιεχόμενο. Ο τόμος ήρθε να προστεθεί σε τρεις άλλους που εκδόθηκαν επίσης το 2018, φέρνοντας στο φως άγνωστα κείμενα σπουδαίων Ελλήνων ποιητών. Αναφέρομαι στα εξής έργα: 1) Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι κύκλοι του Ζωδιακού. Ανέκδοτα κείμενα από τη συλλογή “Γραπτά ή προσωπική μυθολογία”», επιμέλεια - επίμετρο Γιώργης Γιατρομανωλάκης («Αγρα»). 2) Γιάννης Ρίτσος: «Πρώιμα ποιήματα και πεζά», εισαγωγική μελέτη - έκδοση κειμένων Γιώργος Ανδρειωμένος («Κέδρος»). 3) Μιχάλης Κατσαρός: «Μείζονα ποιητικά - Α΄ Μέρος: Μεσολόγγι - Κατά Σαδδουκαίων - Οροπέδιο. Β΄ Μέρος: Ανέκδοτα - αδημοσίευτα - αθησαύριστα», επιμέλεια Αρης Μαραγκόπουλος («Τόπος»). Αφθονο υλικό, καλά οργανωμένο, πρόσφορο για επαναναγνώσεις και επανεκτιμήσεις.

Η φιλέρευνη επιμονή και η αποφασισμένη υπομονή δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αν πρώτο κινούν δεν ήταν η αγάπη: η αγάπη για την ποίηση, προσωποποιημένη στον Καββαδία. Ο Γελασάκης, δημοσιογράφος ειδικευμένος στα μουσικολογικά, και ποιητής, αποφασίζει να γίνει διάκονος. Υπηρέτης. Θεράπων. Ενα μυρμήγκι που δουλεύει για το σύνολο, την κοινότητα των αναγνωστών, ειδικών και μη. Κάνει λοιπόν το δικό του ταξίδι προς τα πίσω, σαν θηρευτής που το αγαπημένο του περιβάλλον, ο ιδανικός οικότοπός του, είναι οι βιβλιοθήκες, τα παλαιοβιβλιοπωλεία, το χαρτοβασίλειο γενικώς. Οχι, δεν είναι σαράκι. Απλώς έχει το σαράκι μέσα του: το σαράκι της μελέτης, της έρευνας, της προσφοράς.

Ο Γελασάκης παρακολουθεί αναδρομικά το βιοτικό και λογοτεχνικό ταξίδι του Καββαδία σε θάλασσες και στεριές, αναζητώντας στοιχεία και τεκμήρια που δε τα είχαν προσέξει άλλοι μελετητές ή δεν είχαν γίνει καν στόχος αναζήτησης. Η αμοιβή του, άυλη πλην χειροπιαστή, είναι η χαρά που νιώθει όταν το πείσμα του, μαζί και η καλοτυχία του ορισμένες φορές, αποφέρει καρπούς. Και οι καρποί του τόμου που συνέθεσε είναι πολλοί και νόστιμοι. Δυσεύρετες συνεντεύξεις, αποκαλυπτικές μαρτυρίες, χαμένα ποιήματα ή παραλλαγές, που αν και πρώιμα, έχουν τη σημασία τους, για φιλολόγους και μη.

Ο Καββαδίας δεν υπήρξε ένας ναΐφ ποιητής, που εμπιστευόταν απολύτως την πρώτη υπαγόρευση της γνωστής μούσας. Διέθετε γνώσεις και τρόπους ώστε να δουλέψει το δώρο της έμπνευσης. Ανθρωπος καλλιεργημένος, απείχε παρασάγγας πολλούς απ’ ό,τι υποθέτουμε πως εμπεριέχει ο όρος «λαϊκός ποιητής». Το βεβαιώνουν τα βασανισμένα χειρόγραφά του, και οι παραλλαγές στίχων και στροφών. Τα πολλά διαβάσματά του (είναι άλλωστε παραδειγματικός ο σεβαστικός τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στο έργο ομοϊδεατών του, παλαιότερων ή συγκαιρινών του). Η ικανότητά του να απαγγέλλει από μνήμης ποιήματα αγαπημένων τρίτων. Οι ισότιμες σχέσεις του με σπουδαίους λογοτέχνες. Οι μεταφράσεις του (απέδωσε θεατρικά του Ευγένιου Ο΄Νιλ). Τα δημοσιευμένα τεχνοκριτικά σχόλιά του, τα οποία πιστοποιούν βαθιά γνώση της ζωγραφικής, όπως βέβαια και οι πολλές αναφορές ζωγράφων σε ποιήματά του. Ολα αυτά, που τα πληροφορούμαστε από συνεντεύξεις και μαρτυρίες, είναι ψηφίδες του ποιητικού πορτρέτου του.

Η καλλιτεχνική συνείδηση του Καββαδία, όπως ωρίμασε με τον καιρό, συμβάδιζε με την επίσης καλλιεργημένη και αγρυπνούσα συνείδηση του πολίτη. Μπορεί να ήταν ο ποιητής του ατελεύτητου ταξιδιού και όχι του νόστου, φυγάνθρωπος όμως –ή, χειρότερα, μισάνθρωπος– δεν ήταν. Ούτε αιχμάλωτος του θρύλου που έβλεπε και ο ίδιος ότι σχηματιζόταν σταδιακά γύρω από το όνομά του. Αυτός ο «Κινέζος απ’ την Κεφαλονιά», ο μεθυστικά λυρικός σε πολλές από τις εικόνες που έπλασε τις νύχτες του σε κάποιο φορτηγό πλοίο, ο καλλιεργητής του στιχουργικού συνειρμού, στο καθεστώς του οποίου συνυπάρχουν και συνεκφέρονται τόποι και χρόνοι, μυθοπλαστικό και πραγματικό, είχε γνώση της διαφοράς του, της βιοτικής και της λογοτεχνικής. Είχε γνώση του ακριβούς μεγέθους του, αλλά και της καταγωγής της τέχνης του. 

Το βλέπουμε καθαρά αυτό σε μια εξομολόγησή του εμπεριεχόμενη στη συνέντευξή του στο περιοδικό «Τετράδιο», την τελευταία που πρόλαβε να δει δημοσιευμένη, το 1974. Ελεγε στη Μιράντα Ζαχαριάδη, ψευδώνυμο της ποιήτριας Μιράντας Ποτηριάδου: «Αν δεν ήμουνα θαλασσινός και δεν είχα γράψει ποιήματα, θα ‘μουν ένας ολότελα συνηθισμένος άνθρωπος. Κι έπειτα εγώ δεν ανήκω στον κόσμο της Τέχνης, γι’ αυτό σώζομαι. Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ‘λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάμω ποίηση. Αν δεν τα ‘χα ζήσει και τα έγραφα παρ’ όλα αυτά, τότε ίσως να ‘μουνα μεγάλος ποιητής». 

Την αλήθεια λέει. Τη λέει όμως λογοτεχνικά, δηλαδή σκανταλιάρικα πειραγμένη, και χωρίς να ακκίζεται. Γιατί βέβαια ανήκε στον κόσμο της Τέχνης, κι ας δηλώνει ξένος. Αν δεν ανήκε, αν απλώς στιχουργούσε περιπέτειες «μισό πραγματικές μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό», δεν θα ‘χε γράψει μια ποίηση τόσο ανθεκτική στον χρόνο.

Αυτό που ονομάζουμε γνησιότητα ή αυθεντικότητα είναι υπόθεση της τέχνης, όχι των βιωμάτων, όσο ξεχωριστά ή ισχυρά κι αν είναι. Της γερής τέχνης. Οπως η τέχνη του Πέτρου Βαλχάλα, που έγινε ο Νίκος Καββαδίας που αγαπάμε και να τον τραγουδάμε και να τον διαβάζουμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ