ΕΛΛΑΔΑ

Αστόρια, η γειτονιά της Νέας Υόρκης που κρατάει την ελληνική ψυχή της

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Ακόμα και αν φύγουν οι Ελληνες, θα υπάρχει το ελληνικό φαγητό.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

«Πότε ήρθα Αμερική; Πού να θυμάμαι τώρα, κορίτσι μου. Τόσο παλιά, που πρέπει να έφτασα μαζί με τον Κολόμβο!». Ο Κεφαλονίτης μπαρμπα-Παναγιώτης με το στριφτό μουστάκι έχει κέφια. Κάθεται μαζί με τον φίλο του Κυριάκο Μουταφόπουλο έξω από το μπακάλικο του τελευταίου και τα λένε. «Εγώ θυμάμαι πότε ήρθα», λέει ο Μουταφόπουλος. «Οταν έγινε δύσκολο για τους Ρωμιούς να ζουν στην Πόλη, αφήσαμε άρον άρον τα Ταταύλα με την οικογένεια και αντί να πάμε στην Ελλάδα, ήρθαμε στην Αμερική. Και μείναμε εδώ στην Αστόρια». Παλαιότερα, ειδικά το καλοκαίρι, ήταν πολύ συνηθισμένο το φαινόμενο να συναντάς ανθρώπους ηλικιωμένους που κάθονταν έξω από τα σπίτια τους στην ελληνική γειτονιά, με το ίδιο ράθυμο βλέμμα, λες και ήταν κάτω από τον πλάτανο του χωριού τους. Ηταν ένα από τα πράγματα που μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση όταν εγκαταστάθηκα εκεί για ένα χρόνο, το 2009-2010.


Ο Κυριάκος Μουταφόπουλος (δεξιά) με τον φίλο του, Παναγιώτη.

Οχι μόνο αυτό. Τότε μπορούσες να κάνεις όλες τις δουλειές σου στην τράπεζα μιλώντας μόνον ελληνικά. Το πιο γνωστό ζαχαροπλαστείο, ο «Λευκός Πύργος», σέρβιρε φραπέδες και παλιομοδίτικες πάστες, όπως εκείνα τα χαριτωμένα σκαντζοχοιράκια που είχαν κομμάτια αμυγδάλου στη ράχη τους. Ο «Σταμάτης» στη γωνία είχε –και εξακολουθεί να έχει, όπως διαπίστωσα πριν από λίγες ημέρες– ωραιότατα μαγειρευτά. Το ψαράδικο έκλεισε. Θυμάμαι ότι είχαν για μήνες κολλημένο ένα χαρτί που έγραφε «Λαβράκυ» στη βιτρίνα. Μια μέρα, δεν άντεξα άλλο. Μπήκα μέσα και έπιασα τον ιδιοκτήτη να του εξηγήσω την ορθογραφία της λέξης. «Το ξέρω, το ξέρω», μ’ έκοψε. «Αλλα μπαίνουν όλοι μέσα να μου το πουν και αγοράζουν και κανένα ψαράκι. Χαζός είμαι να το διορθώσω;».


Οσο περνάει ο καιρός λιγοστεύουν οι ελληνικές σημαίες στα σπίτια.

Την αγάπησα πολύ την Αστόρια. Αυτή τη λέξη με τις 4 συλλαβές που κρύβει μέσα της την Ελλάδα. Και μέσα στα δέκα χρόνια που πέρασαν, παρακολουθώ πως χάνει σταδιακά το χρώμα της και μεταμορφώνεται σε μια μοδάτη γειτονιά για νεαρούς Νεοϋορκέζους που δεν αντέχουν τα ενοίκια στο Μανχάταν. Ετσι και αλλιώς, οι περισσότεροι Ελληνες που έμεναν εκεί είχαν ήδη σκορπίσει στα προάστια, κρατώντας όμως στην ιδιοκτησία τους σπίτια και μαγαζιά. Στην τελευταία μου βόλτα είδα λιγότερες ελληνικές σημαίες να κρέμονται από παράθυρα και αυλές. Ομως ελληνικές επιχειρήσεις υπάρχουν ακόμα και πάνε μια χαρά. Οι τιμές των ακινήτων έχουν πάρει την ανηφόρα. Ο,τι και αν γίνει, η Αστόρια με το Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριντα είναι τα μέρη όπου χτυπά η καρδιά του ελληνισμού στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Παραμένει γεμάτη ιστορίες και ανθρώπους σαν τον Μπαρμπα-Παναγιώτη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ