Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Η δημοκρατία, η δημαγωγία, η δημοσιογραφία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Jonah where is the fish» (τμήμα). Εργο του Νίκου Μόσχου από την ατομική έκθεση «Οριακά ανθρώπινος». Δημοτική Πινακοθήκη Ηρακλείου / Βασιλική Αγίου Μάρκου, Κρήτη. Εγκαίνια: Παρασκευή 12 Ιουλίου, 7 μ.μ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Για να παίρνουμε κουράγιο, να παραδειγματιζόμαστε ή απλώς για να βρίσκουμε λόγους να καμαρώνουμε, όταν φέρνουμε στο μυαλό μας την κορυφαία επινόηση των αρχαίων Ελλήνων, τη δημοκρατία, την ανασχηματίζουμε σαν μια ιδεώδη, αψεγάδιαστη κατάσταση: άμεση και πλήρη, με κατακτημένη την ισοπολιτεία, την ισονομία και την ισηγορία. Τίποτε το παράδοξο. Η μηχανή της εξιδανίκευσης δουλεύει εντατικά –και συσκοτιστικά–κατά την αναπαράσταση της αρχαιότητας συνολικά, μιας αρχαιότητας που ολοένα και περισσότεροι μελετητές επιλέγουν να την εξετάζουν στον ενύπαρκτο πληθυντικό αριθμό της: οι αρχαιότητες –αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες.

Στο πεδίο της ιστορίας, της μαρτυρημένης πραγματικότητας, η αθηναϊκή δημοκρατία δεν υπήρξε άψογη. Στην τριάδα των εγγενών προβληματικών στοιχείων της που συνήθως θυμόμαστε (δουλοκτησία, εκτοπισμός των γυναικών από τον δημόσιο χώρο, αποικιοκρατική πολιτική), πρέπει πάντα να προσθέτουμε ένα τέταρτο, που ο Αριστοφάνης το καυτηρίαζε επίμονα στις κωμωδίες του. Πρόκειται για την κυριαρχική δράση των δημαγωγών. Ακριβώς στους δημαγωγούς της αρχαιότητας (αλλά και στους σύγχρονους επιγόνους τους) εστίασε την προσοχή του ο κορυφαίος κοινωνικός επιστήμονας Μαξ Βέμπερ, σε  διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ακριβώς έναν αιώνα πριν, το 1919. Παραθέτω από την πρόσφατη έκδοση της διάλεξης, υπό τον τίτλο «Η πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα» (μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, εκδ. «Δώμα»), που την παρουσίασε εκτενώς η Σίσσυ Αλωνιστιώτου στην «Κ» της περασμένης Κυριακής:

«Ηδη από τη γένεση του συνταγματικού κράτους, κι ακόμα περισσότερο από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, ο κύριος τύπος πολιτικού ηγέτη στη Δύση είναι ο “δημαγωγός”. Η δυσάρεστη επίγευση της λέξης δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε πως όχι ο Κλέων, αλλά ο Περικλής ήταν ο πρώτος που αποκλήθηκε έτσι. Χωρίς αξίωμα, ή από τη μόνη θέση που –σε αντίθεση με τα κληρωτά αξιώματα της αρχαίας δημοκρατίας– προϋπέθετε την ψήφο, εκείνη του αρχιστράτηγου, ηγήθηκε της κυρίαρχης Εκκλησίας του Δήμου. Και η σύγχρονη δημαγωγία καταφεύγει βέβαια στη ρητορική, και μάλιστα σε τεράστια έκταση, αν αναλογιστεί κανείς τους προεκλογικούς λόγους που οφείλει να εκφωνήσει ένας σύγχρονος υποψήφιος. Ομως, ακόμα περισσότερο χρησιμοποιεί τον έντυπο λόγο. Ο πολιτικός δημοσιολόγος, προπάντων ο δημοσιογράφος, είναι στην εποχή μας ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του είδους».

«Στην εποχή του», λέει ο Βέμπερ, μόλις έναν χρόνο πριν πεθάνει, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του είδους των δημαγωγών είναι ο δημοσιογράφος. Στη δική μας εποχή, τώρα που οδεύει προς το τέλος της και η δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα· τώρα που η έντυπη δημοσιογραφία είναι απλώς ένα τμήμα της συνολικής δημοσιογραφίας, όχι το πολιτικά αποτελεσματικότερο, αφού το ραδιόφωνο και η τηλεόραση και το Διαδίκτυο έχουν μεγαλύτερη ισχύ, το ερώτημα δεν είναι αν ο δημοσιογράφος παραμένει ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του είδους των δημαγωγών, αλλά ποιος ακριβώς δημοσιογράφος είναι αυτός. Ποια τα γνωρίσματα και τα «χαρίσματά» του, οι αρχές, οι ορέξεις, οι ηθικές άμυνες και οι φιλοδοξίες του. Πόσο βαθιά είναι η αυτογνωσία του και πόσο σταθερή η κριτική του διάθεση απέναντι στις «υπερβολές» (για να τις πω κάπως εύηχα) του σιναφιού. Και πόσο έτοιμος είναι να διακρίνει και να αποδεχθεί ότι ο όρος «δημαγωγός» που του αποδίδει ο Βέμπερ δεν είναι δα τιμητικότερος από τον όρο «λαϊκιστής», που έγινε του συρμού ακριβώς επειδή μοιάζει βαθύς και πλούσιος, ενώ είναι ρηχός και φτωχός. Τον εξαπολύεις αυτοεξαιρούμενος και ξεμπερδεύεις από τον κόπο μιας απαιτητικότερης σκέψης.

Ο Μαξ Βέμπερ ελέγχει αυστηρά το δημοσιογραφικό επάγγελμα (ας αφήσουμε τον όρο «λειτούργημα» να κατοικεί αποκλειστικά στον μικροχώρο της εξιδανικευτικής νοσταλγίας), αλλά δεν το ειρωνεύεται. Αν ήθελε να καγχάσει μαζί του, η σκέψη του θα έπαιρνε τον δρόμο της σκέψης του Αυστριακού στοχαστή Καρλ Κράους (1874-1936), που έλεγε σαρκαστικά ότι «οι δημοσιογράφοι γράφουν κακά επειδή έχουν λίγο χρόνο στη διάθεσή τους. Αν είχαν περισσότερο, θα έγραφαν χειρότερα». Αντίθετη –τιμητική– είναι η γνώμη του Γερμανού κοινωνιολόγου. «Δεν καταλαβαίνουν όλοι», παρατηρεί, «ότι ένα πράγματι καλό δημοσιογραφικό άρθρο απαιτεί τουλάχιστον τόσο πνεύμα όσο κάθε άλλο λόγιο επίτευγμα – ιδίως αν πρέπει να παραχθεί αμέσως, κατόπιν παραγγελίας, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να επιδράσει αμέσως, αν και βέβαια γράφεται υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες απ’ ό,τι ένα ακαδημαϊκό γραπτό».

Μολαταύτα, ο Βέμπερ δεν έχει τις ψευδαισθήσεις που εξακολουθούν να τρέφουν τη δημοσιογραφική ματαιοδοξία, ότι δηλαδή, «για το καλό του λαού και του τόπου», η τέταρτη ή η πέμπτη εξουσία είμαστε εμείς, οι γραφιάδες, οι μικροφωνιτζήδες, οι τηλεοπτικοί, οι μπλόγκερ. «Ο εργαζόμενος δημοσιογράφος», λέει ο Βέμπερ, «συγκεντρώνει όλο και λιγότερη πολιτική επιρροή, ενώ αντίθετα ο καπιταλιστής μεγιστάνας του Τύπου –λ.χ. του είδους του λόρδου [Αλφρεντ] Νόρθκλιφ– όλο και περισσότερη». Το εξόφθαλμο μας δείχνει. Αλλά αν κάποιος θέλει να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό του, κανένας δεν μπορεί να τον αποτρέψει. Στις τωρινές εκλογές, λ.χ., κατεβαίνουν ως υποψήφιοι με διάφορα κόμματα τέσσερις ντουζίνες δημοσιογράφοι (ανάμεσά τους και σεσημασμένοι καλλιεργητές τοξικού κλίματος ή διακινητές φέικ νιους). Επί δεκαετίες αρκετοί εξ αυτών κρύβονταν πίσω από το δάχτυλό τους, επί του οποίου είχαν σμικρογράψει τις λέξεις «αντικειμενικότητα», «αμεροληψία», «ουδετερότητα», «στρατευμένος στην αλήθεια». Αυτοί έκαναν ότι κρύβονται αποτελεσματικά, οι δε καταναλωτές τους (αναγνώστες, ακροατές, τηλεθεατές) έκαναν ότι το πιστεύουν, και ότι τους πιστεύουν. Αν έλειπε το θέατρο αυτό, αν έλειπαν η δημαγωγία, ο λαϊκισμός (χοντροκομμένος, κι ας λογιόφερνε πότε πότε), ουδείς θα ενοχλούνταν από τον αριβισμό τους περισσότερο απ’ όσο αξίζει.

Μακρινοί απόγονοι των αρχαίων ρητόρων ως προς το ύφος οι δημοσιογράφοι, και των δημαγωγών ως προς το ήθος, θα ’πρεπε να διδασκόμαστε περισσότερα από το ίδιο το όνομα της δουλειάς μας. Μνημονεύω εδώ μια φράση του Δημήτρη Μαρωνίτη, ακριβώς τρία χρόνια από τον θάνατό του, τυπωμένη στα πρακτικά του συνεδρίου «Δημοσιογραφία και γλώσσα», που είχε διοργανώσει το Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΑ τον Απρίλιο του 2000: «Εξ ορισμού ο δημοσιογραφικός λόγος υπόσχεται πως είναι διαμεσολαβητικός μεταξύ πολιτείας και πολιτών. Ελέγχει δηλαδή προφανείς, ή και λανθάνουσες, εντάσεις, που δημιουργούνται ανάμεσα στις πάσης φύσεως εξουσίες και στα πολιτικά υποκείμενα που τις επιλέγουν ή τις υφίστανται. Από την άποψη αυτή ο δημοσιογραφικός λόγος θα μπορούσε να εκτιμηθεί γενικότερα ως αντιεξουσιαστικός. Εντούτοις στην εποχή μας γίνεται συνεχώς λόγος, και όχι αδίκως, για πέμπτη εξουσία που τη διαχειρίζονται ή την ασκούν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας – εξουσία που πρακτικώς φτάνει συχνά στο ακραίο όριο της υπερεξουσίας. Ετσι, όμως, τείνει εκ των πραγμάτων να καταργηθεί η διαμεσολαβητική υπόσχεση του δημοσιογραφικού λόγου». Αποτέλεσμα; «Τα ονόματα ευημερούν αλλά τα πράγματα πάσχουν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ