ΒΙΒΛΙΟ

Βαρύς, παλιομοδίτης, πουριτανός, και όμως γοητευτικός

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

ΤΖΟΝ ΜΙΛΤΟΝ
Ο ξανακερδισμένος Παράδεισος
Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Δημοσθένης Κορδοπάτης,
εκδ. Μελάνι, σελ. 130


Είναι βαρύ και παλιομοδίτικο. Ενα μακρύ θρησκευτικό ποίημα-βιβλίο σε τέσσερα μέρη, για τον πειρασμό του Ιησού από τον Σατανά στην έρημο, γραμμένο τον 17ο αιώνα από έναν πουριτανό Αγγλο ποιητή. Κάθε λίγες λέξεις υπάρχει αναφορά σε κάποιο ιερό κείμενο, στα Ευαγγέλια, στους Ψαλμούς, ενώ προϋποθέτει και βαθιά γνώση της κλασικής ελληνικής και ρωμαϊκής γραμματείας. «Ωστόσο», όπως έγραψε παλαιότερα ο Μίλτος Φραγκόπουλος, με αφορμή τη δική του προσπάθεια αναμέτρησης με το γνωστότερο έργο του ίδιου ποιητή, τον «Χαμένο Παράδεισο», «το έργο του Μίλτον έχει αυτή την παράξενη ιδιότητα: γοητεύει». («Το εργαστήρι του μεταφραστή», Πόλις, 2003). «Η ροή του λόγου», συνεχίζει ο Φραγκόπουλος, «η ανάσα του κειμένου, σιγά - σιγά παρασύρει τον αναγνώστη σε μια δίνη από την οποία πολύ δύσκολα μπορεί να βγει, αν το θελήσει».

Παρόμοια, ισχύουν, ασφαλώς, για τον υπό συζήτηση «Ξανακερδισμένο Παράδεισο» του μεγάλου αλλά άγνωστου, κατά βάση, στην Ελλάδα, Τζον Μίλτον (1608-1674). Το έργο γράφεται το 1671, λίγα μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του. Ο ποιητής είναι εντελώς τυφλός ήδη όταν συνθέτει τον «Χαμένο Παράδεισο» (1658-1664), διωκόμενος πολιτικά, φτωχός. Εχει όμως πίσω του μια ζωή πλούσια σε εμπειρίες, από τις οποίες δεν λείπει το ιστορικό βάρος. Οπως αναφέρει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής Δημοσθένης Κορδοπάτης, η πένα του Μίλτον αποτέλεσε επί μία δεκαετία «το φόβητρο της Ευρώπης» μαζί με «το σπαθί του Κρόμγουελ»: πρόκειται για την περίοδο κυριαρχίας του τελευταίου, από το 1649, όταν ο ποιητής κατέλαβε τη θέση του «Γραμματέα επί των Εξωτερικών της Κυβέρνησης» καθώς γνώριζε καλά τα λατινικά, στα οποία διεξαγόταν την εποχή εκείνη η διακρατική αλληλογραφία. Με την ίδια αυτή πένα γράφονται οι στίχοι στον «Ξανακερδισμένο Παράδεισο», όπου ο Ιησούς αποκρούει τον πειρασμό της εξουσίας στον οποίο τον υποβάλλει ο Σατανάς...

Μολονότι ο κοινός αναγνώστης δικαιολογείται, όπως επισημάναμε, να προσέλθει στην ανάγνωση με επιφυλάξεις, το βιβλικό έπος ξετυλίγεται με ένα εσωτερικό νεύρο που γοητεύει. Βέβαια, η μετάφραση είναι πεζολογική, δεν διεκδικεί ποιητικές δάφνες. Υπηρετεί την πιστότητα. Ο μεταφραστής στην εισαγωγή του δεν καταπιάνεται με τη στιχοποιία στον Μίλτον, ούτε άλλωστε με τη θέση του στην αγγλόφωνη ποίηση αλλά και πολύ πέρα από τα όριά της, π.χ. στη Γαλλία. Είναι χαρακτηριστική, από την άποψη αυτή, η ενασχόληση του Σατωβριάνδου με το έργο του, καθώς και η επίδραση που άσκησε στον πολύ γνωστότερο στην Ελλάδα Ουίλιαμ Μπλέικ αλλά και η κριτική που του ασκήθηκε από τον Ελιοτ. Η εισαγωγή έχει έναν γενικό εγκυκλοπαιδικό προσανατολισμό. Δεν μας διαφωτίζει ιδιαίτερα ως προς το συγκεκριμένο έργο. Διερωτάται κανείς γιατί η έκδοση δεν συμπεριέλαβε το αγγλικό πρωτότυπο. Εξίσου αυτονόητη θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να είναι η αρίθμηση των στίχων και η αποφυγή των υποσελίδιων σημειώσεων που διαλύουν την απαραίτητη για την ανάγνωση ενός ποιητικού κειμένου συγκέντρωση. Ας μείνουμε, λοιπόν, στους στίχους (μιλάει ο Ιησούς): «Παρά ταύτα, τα πολλά βιβλία / (οι σοφοί άνδρες το έχουν πει) είναι βαρετά. / Αυτός που τα διαβάζει ακατάπαυστα / και από το διάβασμά τους δεν αποκομίζει / πνευματικό σφρίγος και κρίση ισάξια / ή ανώτερη (τι κερδίζει κανείς άλλωστε, / ψάχνοντας αλλού γι’ αυτό που χρειάζεται;) / παραμένει πάντα αβέβαιος και αναποφάσιστος, / βυθισμένος στις γραμμές των βιβλίων, / χωρίς βάθος μέσα του, ανώριμος / και παραλογισμένος, ασχολούμενος / με κοινοτοπίες και λεπτομέρειες, / για διάφορα θέματα ανάξια λόγου, / όπως τα παιδιά που μαζεύουν πετραδάκια / στην παραλία».  

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ