Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Τριάντα χρόνια μετά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εκλεισαν φέτος τριάντα στρογγυλά χρόνια από την άνανδρη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη και οι «τοίχοι» στα κοινωνικά δίκτυα πλημμύρισαν από αναφορές και φωτογραφίες, κυρίως όμως από το παλαιό εκείνο βίντεο με την αλησμόνητη ομιλία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στη Βουλή. Δίχως ίχνος οργής ή κάποιο πνεύμα εκδικητικότητας, δίχως στόμφο και περιττές φλυαρίες, αλλά με βαθιά ανθρώπινη, διακριτικά πένθιμη νότα, ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έδωσε τον τόνο: ότι ο φόνος της 26ης Σεπτεμβρίου του 1989 ήταν ένα πλήγμα για όλους και ότι αυτό θα φαινόταν σε βάθος χρόνου.

Και ακόμη, ότι η απώλεια που φέρνει η βία, η απουσία που φέρνει, δεν είναι απουσία αλλά κενό: στην απουσία μπορείς να δώσεις ένα όνομα (άρα και νόημα)· στο κενό τι όνομα να δώσεις;

Τριάντα χρόνια μετά, τον τόνο δίνουν οι κραυγές και τα κούφια συνθήματα και, το χειρότερο, η ανοχή και ο εθισμός στο έγκλημα, στην ανθρωποκτονία.

Αυτό που πάντως ήταν χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης, τόσο μακρινής μα και τόσο κοντινής, ήταν και η αντίδραση της τότε Αριστεράς, κυρίως όπως εκπροσωπούνταν από τους Χαρίλαο Φλωράκη και Λεωνίδα Κύρκο: συμπαράσταση στο πένθος, συμπόρευση στην καταδίκη της βίας και, πάνω απ’ όλα, ενσυναίσθηση. Χωρίς «ναι μεν αλλά», χωρίς εξοργιστικούς συμψηφισμούς.

Είναι ενδιαφέρον αυτό, διότι σε άλλες, πιο σκοτεινές και ταραγμένες εποχές, αυτοί οι δύο άνθρωποι είχαν βιώσει στο πετσί τους τη βία και τη δίωξη και την καταπίεση. Και είχαν και τον δικό τους ενεργό, μάχιμο ρόλο και τη δική τους συμμετοχή στη βία, στην επιθετικότητα της Αριστεράς. Και όμως, το 1989 δεν ξέπεσαν στη θεωρητικολογία της εκδίκησης, αλλά στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και, εντέλει, τίμησαν όχι μόνον τον νεκρό αλλά και την ίδια την κοινοβουλευτική δημοκρατία, το καθεστώς που εχθρεύονταν και υπονόμευαν άλλες, παλαιότερες περιόδους.

Πώς έγινε αυτό; Νομίζω πως η απάντηση είναι πιο απλή απ’ ό,τι φαίνεται: ακριβώς επειδή οι άνθρωποι αυτοί είχαν ζήσει τη βία της Ιστορίας ώς το μεδούλι τους. Κατοχή, αντίσταση, Εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος «καχεκτικής δημοκρατίας», δικτατορία – αλλά και διώξεις εντός του αριστερού κόσμου.

Οι άνθρωποι αυτοί είχαν ζήσει τον διχασμό, την πολιτική οξύτητα, την κοινωνική τοξικότητα, πάνω απ’ όλα τον φόβο, τον εγκλεισμό, τον θάνατο. Ηξεραν από πρώτο χέρι και δεν εξιδανίκευαν, δεν μυθοποιούσαν, δεν έβρισκαν στη βία τη σαγήνη που βρίσκουν οι νεότεροι.

Δεν είναι, φυσικά, αποκλειστικό προνόμιο των αριστερών που νοσταλγούν τη βαρβαρότητα βρίσκοντας σε αυτή μια αισθητική τέρψη. Είναι και η άλλη πλευρά που ηδονίζεται με τους κραυγαλέους τόνους, με την Ακροδεξιά, ή αντιμετωπίζει π.χ. το προσφυγικό αβασάνιστα, με προκατάληψη, άπονα εντέλει. Η ανθρώπινη ζωή συνεχίζει να μη λογίζεται ως κορυφαία αξία, με άλλα λόγια.

Βεβαίως, η αποθέωση της βίας στην ελληνική Αριστερά κορυφώθηκε με την ανοχή, και υποστήριξη ακόμη, απέναντι στη δράση της 17Ν. Τουλάχιστον, καθώς κυλάει ο χρόνος, ακούγονται όλο και πιο πολύ οι φωνές που θυμίζουν πως δολοφονίες όπως αυτή του Παύλου Μπακογιάννη συνεχίζουν να μας στοιχειώνουν όλους. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ