Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Η πασχαλίτσα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Είδα δύο ηλιοβασιλέματα εκείνο το απόγευμα, ένα από το έδαφος και ένα από τον ουρανό». Με μια μικρή, ανεπαίσθητη δόση... επιστημονικής φαντασίας, ο δημοφιλής στους Ελληνες λάτρεις της Ιστορίας Κρις Γούντχαουζ θυμάται πώς το αεροπλάνο του απογειώθηκε τέλη Σεπτεμβρίου του 1942 από την Αίγυπτο για την κατεχόμενη Ελλάδα. Στόχος, ρίψη ανθρώπων και υλικών με αλεξίπτωτο, συνεργασία με τις ελληνικές ανταρτικές ομάδες και, βέβαια, ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου.

Ο γράφων μεταφράζει αυτόν τον καιρό την αυτοβιογραφία του Γούντχαουζ («Something ventured»). Ιδού ελάχιστο δείγμα από την περιγραφή του συγγραφέα των παραμονών της αποστολής στην Ελλάδα. 

«Τα αεροπλάνα μας ήταν τρία αμερικανικά Λιμπερέιτορ», γράφει ο Γούντχαουζ, «πολύ πιο άνετα από τα Ουέλινγκτον στα οποία είχαμε εκπαιδευτεί. Η τρύπα μέσα από την οποία θα περνούσαμε για να κάνουμε το άλμα ήταν μεγάλη και τετράγωνη αντί για μικρή και στρογγυλή, οπότε δεν φοβόμασταν μην τυχόν και σπάσουμε κάνα χέρι καθώς θα πέφτουμε. Πριν από την απογείωση φάγαμε όλοι μαζί στο εστιατόριο της RAF στο Φαγίντ. Δεν μπόρεσα να φάω τίποτε άλλο πέρα από μπισκότα και χυμό κίτρου».

«Απογειωθήκαμε κατά το σούρουπο», συνεχίζει ο Γούντχαουζ. «Τέσσερις ώρες αργότερα βρισκόμασταν πάνω από την κεντρική Ελλάδα. (...) Ο Παρνασσός διακρινόταν από κάτω, με κομμάτια χιόνι στην κορυφή, υπολείμματα από τον περασμένο χειμώνα, να αστράφτουν. Μακριά, στα βορειοανατολικά, μπορούσα να δω τον Ολυμπο.

»Συνεχίσαμε βόρεια προς το Βελούχι, όπου υποτίθεται ότι θα έπεφτα (σ.σ. με αλεξίπτωτο). Κατά μήκος των χαμηλότερων πλαγιών ξετυλιγόταν η χλωμή κορδέλα του δρόμου που συνέδεε τη Λαμία με το Καρπενήσι. Κοντά του –πολύ κοντά για τα γούστα μου– βρισκόταν το χωριό Πέρα Κάψη, απ’ όπου περιμέναμε να δούμε το σινιάλο με τον κύκλο από δώδεκα φλόγες. Μπορούσα μονάχα να δω τις μοναχικές φωτιές που είχαν ανάψει οι βοσκοί πάνω στα βουνά. Ο Ζέρβας είχε στην πραγματικότητα τοποθετήσει το σινιάλο με τις δώδεκα φλόγες μακριά, προς τα δυτικά, στο Σακαρέτσι». Η αποστολή ματαιώθηκε· και τα τρία αεροπλάνα επέστρεψαν στο Φαγίντ της Αιγύπτου.

Αποφασίστηκε δεύτερη αποστολή. Ο Γούντχαουζ παρέμεινε στο Κάιρο για δύο ημέρες. «Τις πέρασα κυρίως κολυμπώντας στην πισίνα της Λέσχης Γκεζίρα ή ξάπλα στο κρεβάτι, διαβάζοντας Ντοστογιέφσκι. Είχα διαβάσει τον μισό Ηλίθιο, τον οποίο ολοκλήρωσα τρία χρόνια αργότερα. Η περιγραφή των συναισθημάτων ενός ανθρώπου που οδηγείται στην εκτέλεση ήταν ό,τι έπρεπε για την περίσταση, παρηγορήθηκα όμως στη σκέψη ότι πρέπει να επέζησε της εκτέλεσης αλλιώς δεν θα μπορούσε να τα διηγηθεί».

Τη νύχτα της 30ής Σεπτεμβρίου ετοιμάστηκαν για τη δεύτερη απόπειρα να πέσουν με αλεξίπτωτα στην Ελλάδα. «Καθώς έβαζα τη στολή μου ανακάλυψα μια πασχαλίτσα μέσα στη φόδρα. Την άφησα στη θέση της με προσοχή πείθοντας τον εαυτό μου ότι εάν επιζούσε έως την Ελλάδα, τότε θα επιζούσα κι εγώ».

Και πάλι, κανένα σινιάλο. Ο εκνευρισμός είναι τόσος που ο Γούντχαουζ δεν μπορούσε να πιει ούτε λίγο ρούμι. Ωσπου, ο πιλότος τον φωνάζει στο χειριστήριο και του δείχνει τις φωτιές. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία. Η πασχαλίτσα επέζησε. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ